Ο James Taylor, κάτω από το φως του σούρουπου και με φόντο το επιβλητικό Edinburgh Castle, ξεκινά με την αναγνωρίσιμη εισαγωγή του Fire and Rain, προκαλώντας ενθουσιώδη χειροκροτήματα από το κοινό. Ωστόσο, γεννάται το ερώτημα: αισθάνεται ακόμα ο 78χρονος καλλιτέχνης τον συναισθηματικό παλμό των παλιών του τραγουδιών, ή μήπως αποτελεί πλέον ένα «μουσειακό» κομμάτι της μουσικής ιστορίας;

Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Από τη μία πλευρά, υπάρχει μια αίσθηση υπερβολικού επαγγελματισμού στη ζωντανή του εμφάνιση, με τη 11μελή μπάντα να διαθέτει μια άρτια, αλλά ενίοτε ψυχρή δεξιοτεχνία. Όταν ο Taylor αφήνει πίσω του τις περίπλοκες ενορχηστρώσεις, η φωνή του λάμπει πραγματικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το κομμάτι Millworker, όπου η λιτότητα των οργάνων αναδεικνύει την ουσία του τραγουδιού για την εκμετάλλευση της εργασίας.
Αντιθέτως, η οπτική παρουσίαση της συναυλίας κρίνεται μάλλον απογοητευτική. Τα βίντεο που προβάλλονται στις γιγαντοοθόνες μοιάζουν με προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης, στερούμενα αισθητικής, και τελικά υπονομεύουν την ατμόσφαιρα κλασικών κομματιών όπως το Sweet Baby James.
Παρά τις τεχνικές αστοχίες, η προσωπική χάρη του καλλιτέχνη παραμένει αφοπλιστική. Το Carolina in My Mind ακούγεται σαν ύμνος, ενώ το You’ve Got a Friend της Carole King διατηρεί τη συγκινησιακή του δύναμη. Το αποκορύφωμα της βραδιάς είναι αναμφίβολα το Fire and Rain. Όταν ο Taylor αλλάζει τον στίχο στο τέλος του τραγουδιού, απευθυνόμενος άμεσα στη Suzanne –τη φίλη της οποίας η αυτοκτονία ενέπνευσε το κομμάτι–, γίνεται σαφές ότι το τραγούδι παραμένει για εκείνον ζωντανό και επώδυνο, όσο και για το κοινό που είχε το προνόμιο να το ακούσει.
Ο James Taylor συνεχίζει την περιοδεία του μετά τη συναυλία στο Piece Hall του Halifax στις 16 Ιουλίου, με προγραμματισμένες εμφανίσεις έως τις 25 Ιουλίου.