Δεκαπέντε χρόνια μετά την επέμβαση του ΝΑΤΟ που βύθισε τη Λιβύη σε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικής κρίσης και χάους, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναλαμβάνουν μια νέα διπλωματική πρωτοβουλία για την επανένωση της χώρας. Επικεφαλής του σχεδίου είναι ο Massad Boulos, στενός σύμβουλος του προέδρου Donald Trump για υποθέσεις Μέσης Ανατολής και Αφρικής, ο οποίος επιχειρεί να μετατρέψει την οξεία οικονομική κρίση σε κίνητρο για συνεργασία των αντιμαχόμενων πλευρών.
Το σχέδιο βασίζεται σε μια απλή αλλά στρατηγική υπόσχεση: εάν οι δύο αντιμαχόμενες διοικήσεις συμφωνήσουν σε μια κοινή κυβέρνηση, οι ΗΠΑ θα ενθαρρύνουν αμερικανικούς κολοσσούς να επενδύσουν στα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου της Λιβύης. Η πρόκληση έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ η αναγνωρισμένη από τον ΟΗΕ κυβέρνηση (GNU) του Abdul Hamid Dbeibah στην Τρίπολη διατηρεί τη διεθνή νομιμότητα, οι δυνάμεις του Khalifa Haftar (LNA) ελέγχουν το ανατολικό τμήμα της χώρας, όπου βρίσκονται οι κρίσιμες πετρελαιοπηγές και οι τερματικοί σταθμοί εξαγωγής.
Οι διαρροές σχετικά με το σχέδιο υποδεικνύουν μια συμφωνία διαμοιρασμού της εξουσίας, βάσει της οποίας ο Abdul Hamid Dbeibah θα παραμείνει στην ηγεσία της κυβέρνησης, ενώ ο Saddam Haftar, γιος του Khalifa Haftar, θα αναλάβει καθήκοντα προέδρου. Για τις ΗΠΑ, η σταθεροποίηση της Λιβύης δεν αφορά μόνο τον έλεγχο των μεγαλύτερων αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου στην Αφρική, αλλά και τη γεωπολιτική ασφάλεια. Σε μια περίοδο που η κρίση στον Περσικό Κόλπο και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ πιέζουν τις ενεργειακές οδούς, το λιβυκό πετρέλαιο –εύκολα προσβάσιμο από τη Μεσόγειο– αποτελεί κρίσιμη πηγή για τις ευρωπαϊκές διυλιστήρια.
Παρά την υπογραφή ενός ενιαίου εθνικού προϋπολογισμού τον Απρίλιο του 2026, οι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί. Ο Tim Eaton, ερευνητής στο Chatham House, επισημαίνει ότι η επιτυχία του εγχειρήματος παραμένει αβέβαιη, καθώς η κοινή γνώμη στη δυτική Λιβύη αντιδρά έντονα σε μια ενδεχόμενη επιστροφή σε μορφές οικογενειοκρατίας. Παράλληλα, αναφορές του Reuters υπογραμμίζουν την εμπλοκή του Πακιστάν στις διαπραγματεύσεις, προσθέτοντας μια νέα παράμετρο σε ένα ήδη περίπλοκο σκηνικό όπου δυνάμεις όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ρωσία, η Αίγυπτος και η Τουρκία παλεύουν εδώ και χρόνια για επιρροή.