Μια πρόσφατη έρευνα από το Πανεπιστήμιο της Κινεζικής Αστυνομίας ρίχνει φως στη σχέση μεταξύ των κινεζικών επενδύσεων και της ασφάλειας στην Υποσαχάρια Αφρική. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι επιθέσεις κατά Κινέζων πολιτών και επιχειρήσεων τείνουν να αυξάνονται τα χρόνια που ακολουθούν μια επενδυτική επέκταση. Παρά τα ευρήματα, οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι οι επενδύσεις δεν αποτελούν την άμεση αιτία της βίας, αλλά αλληλεπιδρούν με ήδη υπάρχουσες εύθραυστες κοινωνικές δομές.
Η ομάδα ανάλυσε 484 περιστατικά ασφαλείας που αφορούσαν κινεζικά συμφέροντα από το 2013 έως το 2024. Τα δεδομένα έδειξαν ότι οι επενδύσεις λειτουργούν συχνά ως προάγγελος κινδύνων, καθώς αυξάνουν την προβολή και την έκθεση των κινεζικών έργων σε περιοχές όπου επικρατεί ανεργία, πολιτική αστάθεια ή ένοπλες συγκρούσεις. Μάλιστα, ο κίνδυνος εκτινάσσεται όταν οι ετήσιες συγκρούσεις ξεπερνούν τις 200 ή η ανεργία υπερβαίνει το 15%.
Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία από διεθνείς οργανισμούς, όπως το ACLED, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τα συμπεράσματα υπογραμμίζουν ότι η παρουσία επενδύσεων σε περιοχές με καταρρέουσα διακυβέρνηση ή δράση τοπικών ενόπλων ομάδων καθιστά το προσωπικό πιο ευάλωτο. Η έκθεση, που δημοσιεύτηκε τον Μάιο στο China Mining Magazine, προτείνει στις κινεζικές επιχειρήσεις να εγκαταλείψουν την παθητική στάση και να ενσωματώσουν τον σχεδιασμό ασφαλείας από τα πρώτα στάδια των επενδυτικών τους αποφάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες και τις κοινωνικές εντάσεις.