Η αμερικανική διπλωματία, η οποία ιστορικά βασιζόταν σε επαγγελματίες διαπραγματευτές προσηλωμένους στο εθνικό όφελος, διέρχεται μια κρίσιμη καμπή κατά τη δεύτερη θητεία του Donald Trump. Στο επίκεντρο των κρίσιμων διαπραγματεύσεων με το Ιράν βρίσκονται ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ και δύο επενδυτές ακινήτων με δευτερεύουσα ενασχόληση στα κρυπτονομίσματα, ο Jared Kushner και ο Steven Witkoff.
Η επιλογή τους για θέματα διεθνούς διπλωματίας προκαλεί έντονο σκεπτικισμό. Ο Kushner απέκτησε το «διαβατήριο» για την εξωτερική πολιτική μέσω της οικογενειακής του σχέσης με τον Donald Trump, ενώ ο Witkoff, με εμπειρία στην κατασκευή 70 και πλέον ακινήτων, εμφανίστηκε στο προσκήνιο το 2025 ως απεσταλμένος για την ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η οικονομική τους εξάρτηση από ξένα κεφάλαια δημιουργεί ερωτήματα. Η εταιρεία του Kushner, Affinity Partners, διαχειρίζεται πάνω από 5 δισεκατομμύρια δολάρια, με σημαντικά κεφάλαια να προέρχονται από τα κρατικά επενδυτικά ταμεία της Σαουδικής Αραβίας, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ. Παράλληλα, ο Witkoff συνδέεται μέσω επενδύσεων με την εταιρεία World Liberty Financial, η οποία πούλησε μερίδιο στην Aryam Investment, μια εταιρεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η κατάσταση αυτή παραβιάζει ουσιαστικά τη ρήτρα περί «ωφελημάτων» (emoluments clause) του Συντάγματος των ΗΠΑ, η οποία απαγορεύει σε αξιωματούχους την αποδοχή πληρωμών ή τίτλων από ξένα κράτη. Η σύγκρουση συμφερόντων γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στη Γάζα, όπου το αποκαλούμενο «Project Sunrise», μέρος ενός «Γενικού Σχεδίου για τη Γάζα», οραματίζεται την οικονομική εκμετάλλευση του 70% των ακτών της περιοχής εντός μιας δεκαετίας.
Καθώς η Μέση Ανατολή βιώνει μια περίοδο αστάθειας, οι εν λόγω διαπραγματευτές δίνουν προτεραιότητα σε συμφωνίες που μπορεί να είναι εύκολα επιτεύξιμες λόγω της επιθυμίας του Trump για γρήγορα αποτελέσματα, αλλά αποτυγχάνουν να διασφαλίσουν τη σταθερότητα. Η ιστορία έχει δείξει πως τέτοιες συμφωνίες, που εξυπηρετούν κυρίως τους διαπραγματευτές, είναι καταδικασμένες να καταρρεύσουν. Όπως επισημαίνεται, η προσέγγιση των δύο ανδρών μετατρέπει τη διπλωματία σε ένα πεδίο όπου η προσωπική κερδοφορία επισκιάζει τα συμφέροντα των ΗΠΑ, σηματοδοτώντας την υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής στην παγκόσμια σκηνή.