Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έβαλε φρένο στις επιδιώξεις του προέδρου Donald Trump, ακυρώνοντας την απόπειρά του να καταργήσει την πάγια πρακτική της παροχής ιθαγένειας σε όποιον γεννιέται στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών. Με απόφαση 6-3 την Τρίτη, το δικαστήριο απέρριψε το εκτελεστικό διάταγμα που είχε υπογράψει ο Donald Trump τον Ιανουάριο του 2025, το οποίο απέκλειε από την αυτόματη απόκτηση της αμερικανικής ιθαγένειας τα παιδιά που γεννιούνται στη χώρα από γονείς χωρίς νόμιμα έγγραφα ή με προσωρινό καθεστώς διαμονής.
Η ετυμηγορία επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία της 14ης Τροπολογίας του 1868, η οποία θεσπίστηκε μετά τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο για να κατοχυρώσει τα δικαιώματα των πολιτών. Ο αρχιδικαστής John Roberts, εκπροσωπώντας την πλειοψηφία, υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα εγγυάται το δικαίωμα σε «κάθε ελεύθερο πρόσωπο που γεννιέται σε αυτή τη γη», διατηρώντας μια δέσμευση που παραμένει αναλλοίωτη.
Ο Donald Trump, αντιδρώντας έντονα, χαρακτήρισε την απόφαση «πολύ κακή για τη χώρα» και κάλεσε το Κογκρέσο να αναλάβει νομοθετική δράση άμεσα για τον περιορισμό της ιθαγένειας με τη γέννηση. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση υποστήριξε ότι η πρακτική αυτή επιβαρύνει το κράτος πρόνοιας και προωθεί τον «γενέθλιο τουρισμό», ωστόσο νομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου κλείνει ουσιαστικά τον δρόμο για οποιαδήποτε εύκολη τροποποίηση του καθεστώτος, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε συνταγματική αναθεώρηση.

Σύμφωνα με μελέτη του Migration Policy Institute και του Pennsylvania State University, αν το διάταγμα του Donald Trump είχε εφαρμοστεί, υπολογίζεται ότι 255.000 παιδιά ετησίως θα στερούνταν την ιθαγένεια, αυξάνοντας σημαντικά τον πληθυσμό χωρίς νόμιμα έγγραφα έως το 2045. Αντίθετα, η διατήρηση της ιθαγένειας με τη γέννηση αναμένεται να συνεχίσει να προσφέρει σημαντικά οφέλη στην αμερικανική οικονομία, με το Center for Migration Studies να εκτιμά τη συνεισφορά των δικαιούχων στα 7,7 τρισεκατομμύρια δολάρια για την περίοδο 1975-2074.