Η πρόσφατη σύνοδος των G7 στη Γαλλία δεν κατάφερε να παρουσιάσει ένα ενιαίο μέτωπο απέναντι στην Κίνα, καθώς οι εσωτερικές διαφωνίες και η στάση του προέδρου Donald Trump επισκίασαν τις συζητήσεις. Παρά τις αρχικές προσδοκίες για μια κοινή στρατηγική, η τελική δήλωση περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές για τη μείωση της εξάρτησης από κρίσιμα υλικά, χωρίς μάλιστα να κατονομάζεται η Κίνα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται πλέον να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Κίνα αποτελεί τη βασική πηγή των οικονομικών της προβλημάτων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας άγγιξε τα 1,19 τρισεκατομμύρια δολάρια πέρυσι, ενώ το πρώτο πεντάμηνο του 2026 οι αποστολές κινεζικών προϊόντων προς τη Γερμανία αυξήθηκαν κατά 17,3%. Την ίδια στιγμή, οι γερμανικές εξαγωγές προς την Κίνα αυξήθηκαν μόλις κατά 1,5%.
Ο Γερμανός καγκελάριος Friedrich Merz υιοθετεί σκληρή στάση, κατηγορώντας το Πεκίνο για πρακτικές ντάμπινγκ και υποστηρίζοντας ότι το γουάν είναι υποτιμημένο κατά 30%, αν και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά το ποσοστό στο 15% με 16%. Ο Merz μάλιστα πρότεινε μια νέα εκδοχή της Συμφωνίας Plaza του 1985, μια ιδέα που προκαλεί αντιδράσεις. Υπενθυμίζεται ότι η τότε συμφωνία, που πίεσε την Ιαπωνία να ανατιμήσει το νόμισμά της, οδήγησε σε μια καταστροφική φούσκα και στις “χαμένες δεκαετίες” της ιαπωνικής οικονομίας.
Την ίδια σκληρή γραμμή ακολουθεί η Ursula von der Leyen, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, χαρακτηρίζοντας τις κινεζικές αποστολές μη βιώσιμες. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα προβλήματα της Ευρώπης, ειδικά μετά την αποκοπή από τη φθηνή ρωσική ενέργεια, οφείλονται εν μέρει στην απώλεια ανταγωνιστικότητας σε τομείς αιχμής όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και οι μπαταρίες. Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Christine Lagarde, κράτησε μια πιο προσγειωμένη στάση, τονίζοντας ότι οι συνθήκες σήμερα είναι εντελώς διαφορετικές από το 1985 και πως οποιαδήποτε συζήτηση για το εμπόριο πρέπει να περιλαμβάνει το Πεκίνο.