Η Βενεζουέλα έχει κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, καθώς δύο ισχυρές διαδοχικές σεισμικές δονήσεις προκάλεσαν την κατάρρευση κτιρίων σε πολλές πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Καράκας. Ο μέχρι στιγμής απολογισμός κάνει λόγο για τουλάχιστον 164 νεκρούς και σχεδόν 1.000 τραυματίες, ενώ η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει την καταστροφή εν μέσω μιας ήδη εύθραυστης οικονομικής κατάστασης.
Μετά τον σεισμό της περασμένης Τετάρτης, η κυβέρνηση του Donald Trump στις Ηνωμένες Πολιτείες δήλωσε έτοιμη να συνδράμει, κινητοποιώντας υπηρεσίες για την παροχή βοήθειας. Το ζήτημα, ωστόσο, περιπλέκεται από το καθεστώς των οικονομικών κυρώσεων. Όπως εξηγεί η Sarah Schiffling, αναπληρώτρια διευθύντρια του HUMLOG Institute στο Ελσίνκι, οι οικονομικές κυρώσεις συχνά δυσχεραίνουν τις ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, καθώς εμποδίζουν τις μη κυβερνητικές οργανώσεις να μεταφέρουν κεφάλαια για την πληρωμή προσωπικού ή προμηθευτών, ενώ προσθέτουν διοικητικά εμπόδια στην εισαγωγή αγαθών.
Η κατάσταση στη χώρα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς ο πληθυσμός βίωνε ήδη έντονη φτώχεια και ελλείψεις σε βασικά αγαθά και φάρμακα. Ο Michael Fakhri, ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ, έχει επισημάνει στο παρελθόν ότι οι κυρώσεις έχουν περιορίσει δραστικά τη δυνατότητα της κυβέρνησης να εφαρμόσει κοινωνικά προγράμματα. Παρά την προθυμία του Donald Trump να αποστείλει σωστικά συνεργεία και ιατρικό υλικό, αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες ότι η βοήθεια αυτή ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής επιρροής, ειδικά μετά τις γεωπολιτικές εξελίξεις του Ιανουαρίου, όταν οι αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον τότε πρόεδρο Nicolas Maduro.
Με την υπηρεσιακή κυβέρνηση της Delcy Rodriguez να έχει επιδιώξει τη σταθερότητα στις σχέσεις με την Ουάσιγκτον και την απελευθέρωση της αγοράς πετρελαίου, η τραγωδία των σεισμών ίσως αποτελέσει το νέο πεδίο όπου η άμεση ξένη επένδυση θα διαπλακεί με την επείγουσα ανάγκη για ανοικοδόμηση και υποδομές, θέτοντας υπό δοκιμασία την ουδετερότητα της ανθρωπιστικής βοήθειας.