Η Τεχεράνη αισθάνεται πιο ισχυρή μετά την πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, ωστόσο παραμένει ιδιαίτερα επιφυλακτική σχετικά με την τήρηση των συμφωνιών που προέκυψαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Τεχεράνης, Mohammad Marandi, σε συνέντευξή του στον Fyodor Lukyanov για την εκπομπή International Review του δικτύου Russia 24, περιέγραψε το κλίμα που επικρατεί στο Ιράν ως μια στάση «συγκρατημένης εμπιστοσύνης», κάνοντας λόγο για μια «αποφασιστική νίκη» τόσο στο στρατιωτικό όσο και στο διπλωματικό πεδίο.
Σύμφωνα με τον Mohammad Marandi, οι αντίπαλοι του Ιράν υπέστησαν σημαντικές στρατηγικές και οικονομικές απώλειες, ενώ η περίοδος της πολεμικής σύγκρουσης ενίσχυσε την αυτοπεποίθηση της Τεχεράνης και εμβάθυνε περαιτέρω τους δεσμούς της με τη Ρωσία. «Οι Αμερικανοί και οι Ισραηλινοί υπέστησαν πολύ σοβαρές ζημιές», υποστήριξε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι οικονομικές συνέπειες για τους εχθρούς της χώρας ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από τις αντίστοιχες που υπέστη το ίδιο το Ιράν.
Αναφορικά με το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη με την Ουάσιγκτον, ο καθηγητής προειδοποίησε ότι ελάχιστοι στην Τεχεράνη προσδοκούν μια ομαλή εφαρμογή του, προβλέποντας πως οι επόμενες εβδομάδες και μήνες θα παραμείνουν εξαιρετικά δύσκολοι. Παρά το γεγονός ότι οι στρατιωτικές εντάσεις ενδέχεται να συνεχιστούν, ο Mohammad Marandi εκτιμά ότι δεν αναμένεται κλιμάκωση στην κλίμακα του 39ήμερου πολέμου.
Σχετικά με τη στάση των κρατών του Κόλπου, τόνισε ότι το Ιράν επιχειρεί πλέον διμερείς προσεγγίσεις με χώρες όπως το Κουβέιτ, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, το Μπαχρέιν και τα ΗΑΕ, ξεκαθαρίζοντας πως η Τεχεράνη δεν ζητά τη διακοπή των σχέσεών τους με την Αμερική, υπό τον όρο ότι αυτές δεν θα στρέφονται κατά του Ιράν και δεν θα χρησιμοποιούνται ως βάσεις για πολεμικές επιχειρήσεις. Τέλος, αναφέρθηκε στη σημασία της ρωσικής υποστήριξης, τονίζοντας ότι οι ιρανο-ρωσικές σχέσεις έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια, με τη σύγκρουση αυτή να λειτουργεί ως καταλύτης για περαιτέρω σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των δύο χωρών.