Η καθηγήτρια Bettina Varwig από το University of Cambridge επιθυμεί να μας ωθήσει να ανακτήσουμε τον έλεγχο του σώματός μας κατά τη διάρκεια των μουσικών συναυλιών. Σύμφωνα με την ακαδημαϊκό, το κοινό σήμερα καλείται να αφήσει έξω από την αίθουσα την ανάσα, τον παλμό και τη σωματική του υπόσταση, υποτάσσοντας κάθε ανθρώπινη αντίδραση σε μια παθητική ακρόαση.
Η έρευνά της, που εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο το κοινό του 17ου και 18ου αιώνα βίωνε τη μουσική, αποκαλύπτει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα. Τότε, η μουσική μπορούσε να προκαλέσει σωματικές συσπάσεις, να κάνει την καρδιά να «χοροπηδήσει» ή ακόμα και να λιώσει το κερί από τα αυτιά των ακροατών. Οι μαρτυρίες εκείνης της εποχής περιγράφουν τη μουσική ως μια δύναμη που μπορούσε να μαλακώσει την καρδιά, να διαπεράσει τον εγκέφαλο, να προκαλέσει τρέμουλο στα δόντια ή να καταπραΰνει τη μελαγχολία.

Για να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία, η Varwig διοργάνωσε ένα διήμερο εργαστήριο στο Royal Academy of Music, με τη συμμετοχή της βιολονίστριας Margaret Faultless και του τενόρου Nicholas Mulroy. Αντί για μια τυπική παράσταση, οι μουσικοί ενθαρρύνθηκαν να αφήσουν το σώμα τους να ανταποκριθεί ελεύθερα στα Πάθη κατά Ιωάννη του Bach. Το αποτέλεσμα ήταν μια βαθιά προσωπική εμπειρία, όπου το τραγούδι και η κίνηση συνδέθηκαν με έναν τρόπο που η συμβατική συναυλιακή δεοντολογία σπάνια επιτρέπει.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι καινοφανής, καθώς ήδη από το 1829 ο Hector Berlioz, με το ιατρικό του υπόβαθρο, είχε περιγράψει με βιολογική ακρίβεια τη σωματική επίδραση που του προκάλεσε το κουαρτέτο Op 131 του Beethoven. Παρά τις τάσεις του 19ου αιώνα προς την απόλυτη σιωπή, η Varwig οραματίζεται ένα μέλλον όπου ο φυσικός και συναισθηματικός δεσμός μεταξύ ερμηνευτών και κοινού θα γίνει ο κανόνας, επαναφέροντας τη ζωντάνια και την αμεσότητα στην κλασική μουσική σκηνή.
