Η ενεργειακή κρίση στην Τυνησία, με το εμπορικό έλλειμμα στον τομέα της ενέργειας να αγγίζει τα 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια, έχει αναδειχθεί σε κεντρικό ζήτημα πολιτικής αντιπαράθεσης. Παρά την επιτακτική ανάγκη για ενεργειακή ανεξαρτησία, η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση του κλάδου, εγκρίνοντας πέντε νέες συμβάσεις παραχώρησης για τη δημιουργία ηλιακών σταθμών, μια απόφαση που προκαλεί θύελλα αντιδράσεων.
Τα εν λόγω έργα, συνολικής επένδυσης 560 εκατομμυρίων δολαρίων και ισχύος περίπου 598 μεγαβάτ, αφορούν σταθμούς στις περιοχές Khobna και Mezzouna στο Sidi Bouzid, El Ksour και Sagdoud στην Gafsa, καθώς και στο Menzel Habib στην Gabes. Η ανάθεση αυτών των έργων σε ξένες πολυεθνικές εταιρείες θεωρείται από την Electricity and Gas Federation ως πλήγμα για τον εθνικό πάροχο STEG, ο οποίος περιορίζεται πλέον στον ρόλο του απλού διαχειριστή δικτύου.
Σύμφωνα με το Tunisian Economic Observatory, οι συμβάσεις περιλαμβάνουν ευνοϊκές φορολογικές απαλλαγές και ρήτρες σταθεροποίησης που ενδέχεται να υπονομεύσουν τη δημοσιονομική κυριαρχία της χώρας. Επιπλέον, οι πιστώσεις άνθρακα μεταβιβάζονται στους ιδιώτες επενδυτές, αντί να παραμένουν δημόσιο περιουσιακό στοιχείο, ενισχύοντας τα κέρδη των εταιρειών εις βάρος του κοινωνικού συνόλου. Παρά τις μαζικές διαμαρτυρίες πολιτών και εργαζομένων έξω από το κοινοβούλιο, οι συμφωνίες επικυρώθηκαν, οδηγώντας μάλιστα στην αποπομπή ανώτατων στελεχών του υπουργείου Βιομηχανίας.
Η κριτική εστιάζει στο γεγονός ότι αυτές οι επενδύσεις δεν αντιμετωπίζουν τη δομική εξάρτηση της Τυνησίας από το αλγερινό φυσικό αέριο, το οποίο καλύπτει το 60% των αναγκών της χώρας. Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η λύση απαιτεί επενδύσεις στις δημόσιες συγκοινωνίες, αναβάθμιση της κρατικής εταιρείας STIR και ενίσχυση της περιφερειακής συνεργασίας —όπως το εγκαταλελειμμένο σχέδιο διυλιστηρίου στην πόλη Skhira— αντί για την εκχώρηση εθνικών πόρων σε ξένα συμφέροντα.