Η διπλωματική στροφή του Donald Trump προς το Ιράν έχει προκαλέσει έντονους τριγμούς στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με τους υποστηρικτές του Ισραήλ να βρίσκονται σε μια δύσκολη θέση. Ενώ το «μνημόνιο κατανόησης» για τον τερματισμό του πολέμου που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου έχει προκαλέσει αντιδράσεις, πολλοί Ρεπουμπλικανοί αποφεύγουν την ανοιχτή σύγκρουση με τον πρόεδρο.
Η αλλαγή στάσης είναι εμφανής ακόμα και σε σκληροπυρηνικούς κύκλους. Ο γερουσιαστής Lindsey Graham, άλλοτε θερμός υποστηρικτής της στρατιωτικής εμπλοκής, χαρακτήρισε τη συμφωνία «ωφέλιμη», υπογραμμίζοντας την απροθυμία του κόμματος να αμφισβητήσει τον πρόεδρο. Ωστόσο, προσωπικότητες όπως ο Ted Cruz καταδικάζουν ανοιχτά την πρωτοβουλία, χαρακτηρίζοντάς την «κακή συμβουλή», ενώ οργανισμοί όπως το Foundation for Defense of Democracies (FDD) και η AIPAC εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για την άρση των κυρώσεων και την έλλειψη περιορισμών στο ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα.
Η συμφωνία προβλέπει τον τερματισμό των εχθροπραξιών, το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και την οικονομική ανακούφιση του Ιράν, περιλαμβάνοντας ένα ταμείο ανασυγκρότησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Παρά την προσωρινή υποχώρηση των «γερακιών» της Ουάσινγκτον, αναλυτές προειδοποιούν ότι η προσπάθεια υπονόμευσης της διπλωματίας ενδέχεται να συνεχιστεί μακροπρόθεσμα, ακολουθώντας τη στρατηγική που οδήγησε στην κατάρρευση της πυρηνικής συμφωνίας του 2015. Η επιρροή αυτών των ομάδων παραμένει ισχυρή, παρά τη διαφαινόμενη δυσφορία της αμερικανικής κοινής γνώμης για το κόστος του πολέμου και τις οικονομικές του επιπτώσεις.