Σε μια κίνηση-σταθμό για την οικονομία της χώρας, η Τράπεζα της Ιαπωνίας προχώρησε την Τρίτη σε αύξηση του βασικού της επιτοκίου κατά 0,25%, διαμορφώνοντάς το στο 1%. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο δανειστικού κόστους από το 1995, με την κεντρική τράπεζα να επιδιώκει τον περιορισμό του πληθωρισμού που πυροδοτήθηκε από την εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, λόγω του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ-Ισραήλ και Ιράν.
Η διοίκηση της Τράπεζας της Ιαπωνίας διεμήνυσε ότι οι αυξήσεις θα συνεχιστούν εφόσον ο πληθωρισμός παραμένει σε υψηλά επίπεδα, τονίζοντας τον άμεσο αντίκτυπο των τιμών του πετρελαίου στο κόστος διαβίωσης των καταναλωτών. Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και το Ιράν κατέληξαν σε μια προκαταρκτική συμφωνία για τον τερματισμό των εχθροπραξιών έπειτα από εβδομάδες διαπραγματεύσεων, τα στελέχη της τράπεζας παραμένουν επιφυλακτικά για τις επίμονες πιέσεις στις τιμές. Η Ιαπωνία, η οποία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου, επλήγη σημαντικά από την άνοδο των τιμών αργού κατά τη διάρκεια των αναταράξεων στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ενώ η αδυναμία του γεν αύξησε περαιτέρω το κόστος των εισαγωγών.
Ο υποδιοικητής της τράπεζας, Shinichi Uchida, δήλωσε ότι η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ μείωσε τους κινδύνους για την οικονομία, ωστόσο προειδοποίησε πως παραμένει η αβεβαιότητα για τον ρυθμό εξομάλυνσης της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. «Δεν γνωρίζουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Shinichi Uchida.
Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η Ιαπωνία δρομολογεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική αναβάθμιση από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αμυντικός προϋπολογισμός του Τόκιο για το οικονομικό έτος 2026 ανήλθε στο ποσό-ρεκόρ των 9,04 τρισεκατομμυρίων γεν (58 δισεκατομμύρια δολάρια), αγγίζοντας το 1,9% του ΑΕΠ, καθώς η κυβέρνηση στοχεύει να φτάσει το 2%, ευθυγραμμιζόμενη με τα πρότυπα των μελών και εταίρων του ΝΑΤΟ.