Το υπουργείο Πολέμου των ΗΠΑ προχώρησε σε μια κίνηση που προκαλεί τριγμούς στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις, προσθέτοντας δεκάδες κινεζικές εταιρείες σε μια επίμαχη μαύρη λίστα. Στη λίστα αυτή περιλαμβάνονται κολοσσοί του τεχνολογικού κλάδου όπως η Alibaba, η μηχανή αναζήτησης Baidu, καθώς και η κατασκευάστρια ηλεκτρικών οχημάτων BYD. Σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, οι εν λόγω οντότητες φέρονται να συνδράμουν στις στρατιωτικές δραστηριότητες του Πεκίνου.
Η επικαιροποιημένη λίστα, γνωστή ως 1260H, δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα και πλέον αριθμεί 188 κινεζικές επιχειρήσεις, σημειώνοντας σημαντική αύξηση από τις περίπου 130 που περιλαμβάνονταν πέρυσι. Το Πεντάγωνο υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες συμβάλλουν στη στρατηγική «στρατιωτικής-πολιτικής σύντηξης» της Κίνας. Παρόλο που ο χαρακτηρισμός δεν επιβάλλει πλήρεις κυρώσεις, απαγορεύει στις εταιρείες τη σύναψη μελλοντικών συμβάσεων με το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, στέλνοντας παράλληλα ένα ηχηρό μήνυμα σε επενδυτές και αμερικανικές επιχειρήσεις.
Η αντίδραση του Πεκίνου ήταν άμεση, με τον εκπρόσωπο του υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, να καταδικάζει την απόφαση την Τρίτη. Ο ίδιος κατηγόρησε την Ουάσιγκτον ότι «διευρύνει αδικαιολόγητα την έννοια της εθνικής ασφάλειας» και χρησιμοποιεί «διακριτικές λίστες» για να πλήξει τις κινεζικές επιχειρήσεις. «Καλούμε τις ΗΠΑ να διορθώσουν τα λάθη τους και να σταματήσουν την αναίτια καταστολή των κινεζικών επιχειρήσεων», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Από την πλευρά τους, οι στοχευμένες εταιρείες απορρίπτουν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς. Η Alibaba τόνισε ότι δεν υπάρχει καμία βάση για τη συμπερίληψή της, υπογραμμίζοντας πως δεν αποτελεί στρατιωτική εταιρεία. Αντίστοιχες διαψεύσεις εξέδωσαν η Baidu, κάνοντας λόγο για «εντελώς αβάσιμες» κατηγορίες, και η BYD, η οποία δήλωσε έτοιμη να χρησιμοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για την προάσπιση των συμφερόντων της. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή, λιγότερο από έναν μήνα μετά τη συνάντηση του Προέδρου των ΗΠΑ, Donald Trump, με τον Κινέζο ηγέτη, Xi Jinping, στο Πεκίνο, όπου επιχειρήθηκε η διαχείριση των εντάσεων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.