Εδώ και δύο δεκαετίες, η ενίσχυση της παρουσίας της Κίνας στη Λατινική Αμερική θεωρούνταν ένα από τα πιο σημαντικά γεωπολιτικά γεγονότα στο δυτικό ημισφαίριο. Μέσα από επενδύσεις, εμπορικές συμφωνίες και έργα υποδομής, το Πεκίνο κατάφερε να εδραιωθεί σε μια περιοχή που παραδοσιακά ανήκε στη σφαίρα επιρροής των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, η επιστροφή του Donald Trump στην προεδρία των ΗΠΑ φαίνεται να αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού.
Το καίριο ερώτημα που προκύπτει πλέον για το Πεκίνο είναι αν η οικονομική ισχύς μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει διαρκή πολιτική επιρροή. Παρά το γεγονός ότι οι κινεζικές εταιρείες παραμένουν ενεργές και το εμπόριο συνεχίζεται, οι πολιτικές ισορροπίες μεταβάλλονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Παναμάς, ο οποίος αποχώρησε από την πρωτοβουλία Belt and Road μετά από πιέσεις των ΗΠΑ και την επίσκεψη του Marco Rubio.
Αντίστοιχες ανακατατάξεις παρατηρούνται στη Βενεζουέλα, όπου η ανάληψη της προεδρίας από την Delcy Rodriguez και η επαναλειτουργία της πρεσβείας των ΗΠΑ στο Καράκας σηματοδοτούν μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση προς την Ουάσινγκτον, βάζοντας σε κίνδυνο την αποπληρωμή δανείων ύψους 13 έως 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, σύμφωνα με την JP Morgan. Παράλληλα, η Ονδούρα καθυστερεί τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με την Κίνα, ενώ εξετάζει την αντικατάσταση του εξοπλισμού της Huawei με Cisco Systems.
Ακόμα και σύμμαχοι όπως η Νικαράγουα υπό τον Daniel Ortega προχωρούν σε παραχωρήσεις προς τις ΗΠΑ, ενώ η Κούβα βρίσκεται υπό ασφυκτική οικονομική πίεση. Τα γεγονότα αυτά αποδεικνύουν ότι, ενώ το εμπόριο δημιουργεί εξαρτήσεις, δεν διασφαλίζει απαραίτητα την πολιτική πίστη. Για την Κίνα, η πρόκληση είναι πλέον πολύ πιο σύνθετη από έναν απλό εμπορικό ανταγωνισμό, καθώς το πολιτικό οικοσύστημα της περιοχής καθίσταται ολοένα και πιο απρόβλεπτο.