Το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια κλιμακούμενη ενεργειακή κρίση καθώς ξεκινά η θερινή περίοδος. Η εκτεταμένη χρήση κλιματιστικών, σε συνδυασμό με τις αυξημένες ανάγκες των θερμών μηνών, έχει δημιουργήσει ένα χάσμα μεταξύ της προσφοράς και της κατανάλωσης ενέργειας. Παρά το γεγονός ότι η χώρα κατέχει τα τρίτα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο, η αδυναμία των διυλιστηρίων να καλύψουν τη ζήτηση αναγκάζει την Τεχεράνη να προχωρήσει εκ νέου σε εισαγωγές καυσίμων.
Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί λόγω του πολέμου, ο οποίος έχει πλήξει τις ενεργειακές εγκαταστάσεις της χώρας, μειώνοντας την παραγωγική ικανότητα βενζίνης από τα 115 εκατομμύρια λίτρα την ημέρα στα 110 εκατομμύρια. Την ίδια στιγμή, η κατανάλωση έχει εκτιναχθεί, με τον πρόεδρο Masoud Pezeshkian να απευθύνει επανειλημμένες εκκλήσεις προς τους πολίτες και τις δημόσιες υπηρεσίες για περιορισμό της κατανάλωσης.
Οι οικονομικές πιέσεις είναι ασφυκτικές. Η κυβέρνηση, φοβούμενη κοινωνικές αναταράξεις παρόμοιες με αυτές του Νοεμβρίου 2019, διστάζει να αυξήσει απότομα τις τιμές, εφαρμόζοντας αντ’ αυτού ένα περίπλοκο σύστημα δελτίων μέσω ειδικών καρτών καυσίμων. Πλέον, οι σταθμοί ανεφοδιασμού έχουν λάβει οδηγίες να περιορίζουν δραστικά τη χρήση των «καρτών έκτακτης ανάγκης», γεγονός που προκαλεί ουρές στα πρατήρια.
Οι μικρές επιχειρήσεις, όπως περιγράφουν επαγγελματίες κοντά στην Τεχεράνη, βλέπουν τους λογαριασμούς ρεύματος να τριπλασιάζονται, μετακυλίοντας το κόστος του πολέμου στους πολίτες. Εν τω μεταξύ, οι απειλές του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump για επιθέσεις σε εργοστάσια παραγωγής ενέργειας εντείνουν τον φόβο για γενικευμένα μπλακάουτ. Παρά την ύπαρξη των δεύτερων μεγαλύτερων αποθεμάτων φυσικού αερίου παγκοσμίως, το Ιράν παραμένει εγκλωβισμένο σε μια συνεχή έλλειψη πόρων, με τις προοπτικές για το καλοκαίρι να παραμένουν δυσοίωνες.