Η φονική έκρηξη αερίου στο ανθρακωρυχείο Liushenyu στην επαρχία Shanxi της Κίνας, που στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 82 ανθρώπους, αναδεικνύει τεράστια κενά ασφαλείας. Πρόκειται για το χειρότερο εργατικό δυστύχημα σε ορυχείο της χώρας την τελευταία δεκαετία, με δύο άτομα να παραμένουν αγνοούμενα και 128 επιζώντες να νοσηλεύονται, εκ των οποίων οι δύο σε κρίσιμη κατάσταση.
Σύμφωνα με μαρτυρίες εργατών και ειδικών του κλάδου, το δυστύχημα ήταν αποτέλεσμα συστηματικών παραβιάσεων. Οι έρευνες αποκάλυψαν ότι, ενώ το επίσημο σύστημα κατέγραφε την είσοδο 124 εργαζομένων, στα έγκατα της γης βρίσκονταν 247 άτομα. Οι επιπλέον εργάτες εργάζονταν σε «κρυφά» μέτωπα εξόρυξης, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στους επίσημους χάρτες, προκειμένου η διοίκηση να μεγιστοποιήσει την παραγωγή και να φοροδιαφύγει.
Οι εργάτες κατήγγειλαν ότι η έλλειψη αισθητήρων εντοπισμού και αναπνευστικών συσκευών ήταν ο κανόνας, ενώ οι επιθεωρήσεις ασφαλείας συχνά «εξουδετερώνονταν» μέσω εξαπάτησης. Όπως ανέφερε ένας εργάτης με το επώνυμο He, σε περιπτώσεις ελέγχων, τα παράνομα μέτωπα σφραγίζονταν προσωρινά με τούβλα και τσιμέντο, καθιστώντας τα αόρατα για τους επιθεωρητές.
Ο Li Weiqian, πρώην υπεύθυνος ασφαλείας, εξήγησε ότι τα παράνομα αυτά μέτωπα διαταράσσουν τον εξαερισμό, επιτρέποντας στο μεθάνιο να συσσωρευτεί σε εκρηκτικά επίπεδα. Παρά το γεγονός ότι η τεχνολογία παρακολούθησης αερίων είναι πλέον ψηφιοποιημένη και συνδεδεμένη σε εθνικό επίπεδο, οι προειδοποιητικοί συναγερμοί δεν ενεργοποιήθηκαν, γεγονός που υποδηλώνει είτε εσκεμμένη απενεργοποίηση είτε πλήρη εγκατάλειψη των συστημάτων συντήρησης. Μετά την τραγωδία, η Εθνική Διοίκηση Ασφάλειας Ορυχείων διέταξε αυστηρότερους αιφνιδιαστικούς ελέγχους σε όλη τη χώρα για την εξάλειψη τέτοιων παράνομων πρακτικών.