Ο πόλεμος αποτιμάται συνήθως μέσω των ανθρώπινων απωλειών, του ξεριζωμού οικογενειών και της ισοπέδωσης γειτονιών. Ωστόσο, υπάρχει μια θανατηφόρα συνέπεια που συχνά παραβλέπεται: η περιβαλλοντική ρύπανση, η οποία παραμένει ως «τοξική κληρονομιά» πολύ μετά την παύση των εχθροπραξιών. Η **ρύπανση από τον πόλεμο** στο Ιράν αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς τα χημικά και τα πετρελαϊκά κατάλοιπα διαποτίζουν πόλεις, μολύνουν υδάτινους πόρους και καθορίζουν το μέλλον της δημόσιας υγείας για γενιές.
Οι έξι εβδομάδες βομβαρδισμών στο Ιράν και τον Κόλπο, που στόχευσαν ενεργειακές υποδομές, έχουν ήδη προκαλέσει ανυπολόγιστες ζημιές. Οι πυρκαγιές σε δεξαμενές καυσίμων απελευθερώνουν τοξικά σωματίδια στην ατμόσφαιρα, ενώ τα συντρίμμια και οι διαρροές πετρελαίου απειλούν τα οικοσυστήματα του Κόλπου. Όπως αποδεικνύει η ιστορία –από τις πυρκαγιές στα πετρελαιοπηγάδια του Κουβέιτ το 1991 μέχρι τις πρόσφατες καταστροφές στην Ουκρανία– οι συγκρούσεις σε βιομηχανικές και ενεργειακές εγκαταστάσεις μετατρέπουν το περιβάλλον σε ναρκοπέδιο.
Ο Felix Horne, ερευνητής της Human Rights Watch, επισημαίνει ότι η κατάρρευση της διακυβέρνησης σε εμπόλεμες ζώνες, όπως στην Υεμένη ή το Σουδάν, καθιστά τη συντήρηση των υποδομών αδύνατη, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερες διαρροές. Παράλληλα, οι στρατιωτικές δραστηριότητες ευθύνονται για το 5,5% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ένα μέγεθος που συχνά μένει εκτός των διεθνών λογιστικών ελέγχων για το κλίμα.
Καθώς η αναζήτηση για βιώσιμες λύσεις εντείνεται, η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναδεικνύεται ως κρίσιμος παράγοντας. Σε αντίθεση με τα διυλιστήρια και τις αποθήκες καυσίμων, οι οποίες σε περίπτωση βομβαρδισμού προκαλούν οικολογική κατάρρευση, τα συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας δεν απελευθερώνουν τοξικά κατάλοιπα στο περιβάλλον. Το ερώτημα για την επόμενη ημέρα παραμένει: τι είδους ενεργειακά δίκτυα θα επιλέξουν οι χώρες να ανοικοδομήσουν, ώστε να αποφύγουν τον φαύλο κύκλο της τοξικής ρύπανσης;