Όταν το προεδρικό αεροσκάφος προσγειώθηκε στο Πεκίνο, ένας από τους επιβάτες που τράβηξε τα βλέμματα ήταν ο διευθύνων σύμβουλος της Boeing, Kelly Ortberg. Ο στόχος της Ουάσινγκτον ήταν σαφής: η πώληση αεροσκαφών. Ωστόσο, η Κίνα φαίνεται πως «αγόραζε» κάτι πολύ πιο σύνθετο.
Από το 2017, όταν η Κίνα είχε υπογράψει συμφωνία για 300 αεροσκάφη, η χώρα ακολουθεί ένα βιομηχανικό πλάνο με στόχο τη σταδιακή απεξάρτησή της από τέτοιες εισαγωγές. Παρόλο που το πλάνο αυτό δεν έχει ολοκληρωθεί, η πρόσφατη συμφωνία αποκτά ειδική σημασία. Η Κίνα εξακολουθεί να χρειάζεται τα αεροσκάφη της Boeing, καθώς η επιβατική κίνηση στις μεγάλες πόλεις αυξάνεται και οι εγχώριες αεροπορικές εταιρείες απαιτούν εκατοντάδες νέα στενάκυκλα αεροσκάφη για την επόμενη δεκαετία.
Την ίδια στιγμή, η κρατικά υποστηριζόμενη Commercial Aircraft Corporation of China (Comac), κατασκευάστρια του C919, απέχει ακόμη χρόνια από το να φτάσει την Boeing ή την Airbus σε τεχνογνωσία και παγκόσμιο δίκτυο υποστήριξης. Αν και η βιομηχανική φιλοδοξία παραμένει στο επίκεντρο, το Πεκίνο αναγνωρίζει πως η πολιτική αεροπορία απαιτεί αξιόπιστα αεροσκάφη για να στηρίξει τον τουρισμό και τις μεταφορές.
Οι αμερικανικοί περιορισμοί στις εξαγωγές, όπως η αναστολή διάθεσης του κινητήρα Leap-1C για το C919, ενίσχυσαν την άποψη στο Πεκίνο ότι η εξάρτηση από ξένα εξαρτήματα αποτελεί στρατηγικό ρίσκο. Έτσι, η αυτονομία στην κατασκευή κινητήρων δεν θεωρείται πλέον απλή τεχνολογική φιλοδοξία, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν η Comac θα πάρει πιστοποίηση από τη Δύση. Οι ταχύτερα αναπτυσσόμενες αεροπορικές αγορές βρίσκονται στη Νοτιοανατολική Ασία, τον Κόλπο και την Αφρική. Εκεί, η Κίνα έχει ήδη επενδύσει σε υποδομές και δίκτυα τεχνικής συνεργασίας, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια κυριαρχία που βασίζεται σε κινεζικά πρότυπα. Η Boeing παραμένει αναγκαία για το σήμερα, αλλά το Πεκίνο κοιτάζει ήδη ένα μέλλον όπου τα δικά του αεροσκάφη θα κυριαρχούν στις αναδυόμενες αγορές.