Η συσχέτιση της ζωγραφικής με τη μουσική συχνά φαντάζει αταίριαστη, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικές μορφές βιωματικής εμπειρίας. Ενώ ένας πίνακας μπορεί να «διαβαστεί» μέσα σε δευτερόλεπτα ή ώρες, ένα μουσικό έργο, όπως μια συμφωνία, απαιτεί από τον θεατή να ταξιδέψει μαζί του καθ’ όλη τη διάρκεια της εκτέλεσής του. Ωστόσο, η έκθεση του James McNeill Whistler στην Tate στο Λονδίνο μας αναγκάζει να αναθεωρήσουμε αυτή την πεποίθηση.
Ο James McNeill Whistler επηρεάστηκε βαθύτατα από τη μουσική, ενσωματώνοντας στη φιλοσοφία του τη «μουσική» δομή. Δεν είναι τυχαίο ότι ονόμαζε τα έργα του με όρους όπως «συμφωνίες», «αρμονίες» και «νυχτερινά» (nocturnes), δανειζόμενος τους τίτλους από συνθέτες όπως ο Frédéric Chopin. Όπως δήλωσε το 1875, η ζωγραφική πρέπει να είναι η «ποίηση της όρασης» και να στέκεται ανεξάρτητη από αφηγήσεις, ελκύοντας τον θεατή μέσα από την καθαρή αισθητική των χρωμάτων και των σχημάτων.

Αυτή η ριζοσπαστική προσέγγιση αποτέλεσε έμπνευση και για τον Claude Debussy. Τα «Τρία Νυχτερινά» για ορχήστρα του Debussy, που ολοκληρώθηκαν το 1899, αντλούν το όνομά τους απευθείας από τα έργα του Whistler. Ο ζωγράφος, από την πλευρά του, κατάφερε να αιχμαλωτίσει την κίνηση και τον χρόνο στον καμβά, όπως στο έργο «Nocturne: Blue and Gold – Old Battersea Bridge», αποδίδοντας την ένταση των πυροτεχνημάτων με έναν τρόπο που καμία άλλη τεχνολογία της εποχής δεν μπορούσε να επιτύχει.

Η επικοινωνία των τεχνών συνεχίζεται μέσα από την κληρονομιά μεγάλων ερμηνευτών, όπως η Felicity Lott, η οποία μάγεψε το κοινό με την παρουσία της σε έργα όπως το «Der Rosenkavalier» του Strauss. Παράλληλα, η κλασική μουσική εξακολουθεί να συγκλονίζει, όπως αποδεικνύει η συγκινητική προσέγγιση του 98χρονου αρχιμουσικού Herbert Blomstedt στη Συμφωνία αρ. 9 του Mahler, προσφέροντας μια εμπειρία μουσικής διαύγειας και ειλικρίνειας που υπερβαίνει τον χρόνο.