Η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump στο Πεκίνο, μέσα σε ένα κλίμα έντασης για το Ιράν, τις κυρώσεις, τους δασμούς και την Ταϊβάν, δείχνει ότι η κρίση στο Ορμούζ έχει ξεφύγει προ πολλού από το πεδίο της μάχης. Αυτό που ξεκίνησε ως τοπική σύγκρουση επηρεάζει πλέον τις αγορές ενέργειας, τη νομισματική πολιτική και την ισορροπία επιρροής μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου.
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να διατηρήσουν τους εταίρους τους στον Κόλπο και την Ασία προσηλωμένους στο δολάριο, ενώ η Κίνα προωθεί τη χρήση του renminbi στις εμπορικές συναλλαγές. Τα διδάγματα από το Στενό του Ορμούζ είναι ξεκάθαρα: δεν πρόκειται πλέον για ένα απλό πρόβλημα ασφάλειας, αλλά για μια προειδοποίηση για κάθε στρατηγικό πέρασμα από το οποίο εξαρτάται η παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου πέρασαν από το Ορμούζ το 2025 – σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Όταν η εφοδιαστική αλυσίδα διαταράχθηκε τον Μάρτιο, οι τιμές κατέγραψαν ιστορικό ρεκόρ ανόδου, φτάνοντας τα 130 δολάρια ανά βαρέλι για το αργό τύπου North Sea Dated.
Ωστόσο, το βλέμμα στρέφεται τώρα στο Στενό της Μαλάκα, την πιο πολυσύχναστη «αρτηρία» του πλανήτη. Με 23,2 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως και περισσότερα από 102.500 πλοία ετησίως, το στενό αυτό αποτελεί τη βάση του οικονομικού μοντέλου της Ασίας. Το πέρασμα αυτό, που συνδέει τον Ινδικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό, στενεύει στα 2,7 χιλιόμετρα στο Phillips Channel. Αν και για δεκαετίες θεωρούνταν η πιο γρήγορη και φθηνή οδός, σήμερα η αποδοτικότητά του μετατρέπεται σε κίνδυνο.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η Rebeca Grynspan από τον ΟΗΕ, η απόσταση δεν είναι πλέον απλώς γεωγραφία, αλλά γεωοικονομία. Η Κίνα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, καθώς το 75% των εισαγωγών της σε αργό πετρέλαιο από Μέση Ανατολή και Αφρική περνά από εκεί. Την ίδια στιγμή, οι συζητήσεις για επιβολή διοδίων από την Ινδονησία και η άρνηση της Σιγκαπούρης να διαπραγματευτεί για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, επιβεβαιώνουν ότι ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης. Η παγκόσμια οικονομία οφείλει πλέον να μετατοπίσει τις προτεραιότητές της: από την απόλυτη αποτελεσματικότητα, στην ανθεκτικότητα και την ασφάλεια.