Η πρόσφατη διπλωματική κινητικότητα μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις για το αν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα νέο γεωπολιτικό «τρίγωνο» ισχύος μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και Ηνωμένων Πολιτειών. Η επίσκεψη του Ρώσου Προέδρου Vladimir Putin στο Πεκίνο, λίγο μετά το ταξίδι του Donald Trump, ενίσχυσε αυτές τις αναλύσεις. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη, καθώς η ρωσο-κινεζική εταιρική σχέση είναι πλέον θεσμοθετημένη, σε αντίθεση με την αβέβαιη πορεία των αμερικανο-κινεζικών σχέσεων.
Αν και οι ΗΠΑ διατηρούν αναμφισβήτητη στρατιωτική και οικονομική υπεροχή, η Κίνα κυριαρχεί πλέον στο παγκόσμιο βιομηχανικό και οικονομικό πεδίο, ενώ η Ρωσία ασκεί τεράστια στρατηγική επιρροή που υπερβαίνει το οικονομικό της μέγεθος. Η βασική διαφορά έγκειται στο χαρακτήρα των σχέσεων: ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας είναι δομικός. Η Ουάσινγκτον προσπαθεί να αναχαιτίσει την τεχνολογική άνοδο του Πεκίνου, με το τελευταίο να απαντά με κινήσεις όπως ο περιορισμός των εξαγωγών σπάνιων γαιών. Οι δύο πλευρές φαίνεται να αποδέχονται ότι η μακροχρόνια αντιπαράθεση είναι πλέον αναπόφευκτη.
Αντιθέτως, η σχέση Μόσχας και Πεκίνου βασίζεται στην κοινή αντίληψη για την Ευρασία ως το κεντρικό πεδίο των πολιτικών εξελίξεων του 21ου αιώνα. Η συνεργασία τους εκτείνεται σε όλους τους τομείς, από την ενέργεια και το εμπόριο μέχρι τον στρατιωτικό συντονισμό. Παρά τις κατά τόπους τριβές, οι δύο πλέον δυνάμεις δεν αντιμετωπίζουν η μία την άλλη ως υπαρξιακό εχθρό.
Για την Ουάσινγκτον, η αποδυνάμωση αυτού του άξονα αποτελεί πρωταρχικό στόχο. Εντούτοις, οι αμερικανικές πιέσεις συχνά οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, ωθώντας τη Ρωσία και την Κίνα σε ακόμα στενότερη ευθυγράμμιση. Σε έναν κόσμο όπου η προβλεψιμότητα σπανίζει, η σταθερότητα της ρωσο-κινεζικής συνεργασίας –που δεν εξαρτάται από προσωρινές διαθέσεις ή πολιτικές μεταβολές– καθίσταται ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες της διεθνούς πολιτικής σκηνής.