Η φράση του Donald Trump ότι «δεν επιδιώκει να δει κανέναν να κηρύσσει ανεξαρτησία» έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις στην Ταϊβάν, καθώς πολλοί αναρωτιούνται αν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου υπονομεύουν τη βασική πολιτική της κυβέρνησης για την ανεξαρτησία.
Ο Trump προέβη σε αυτό το σχόλιο μετά τη συνάντησή του με τον Κινέζο ηγέτη Xi Jinping στο Πεκίνο. Σε συνέντευξή του στο Fox News την Παρασκευή, τόνισε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται 15.300 χιλιόμετρα μακριά από την Ταϊβάν και δεν επιθυμούν μια πολεμική σύρραξη. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για την τύχη ενός πακέτου αμερικανικών όπλων αξίας 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο παραμένει σε εκκρεμότητα. «Δεν το έχω εγκρίνει ακόμα», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι πωλήσεις όπλων αποτελούν ένα «πολύ καλό διαπραγματευτικό χαρτί» στις σχέσεις του με την ηπειρωτική Κίνα.
Ο ηγέτης της Ταϊβάν, William Lai Ching-te, του κυβερνώντος Δημοκρατικού Προοδευτικού Κόμματος (DPP), επιχείρησε να καθησυχάσει την κοινή γνώμη, υποστηρίζοντας σε ανάρτησή του πως η υπεράσπιση του status quo σημαίνει ότι «δεν υφίσταται ζήτημα ανεξαρτησίας της Ταϊβάν». Η δήλωση αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση της αντιπολίτευσης, με το κόμμα Kuomintang (KMT) να υποστηρίζει ότι ο Trump ουσιαστικά «χαστούκισε» το DPP, ενώ ο δήμαρχος της Νέας Ταϊπέι, Hou You-yi, διερωτήθηκε αν το κυβερνών κόμμα οφείλει πλέον να εγκαταλείψει την πλατφόρμα υπέρ της ανεξαρτησίας.
Την ίδια στιγμή, αναλυτές όπως ο Su Chi, πρώην γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας στην Ταϊπέι, εκτιμούν ότι η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο δίνουν πλέον προτεραιότητα στη «στρατηγική σταθερότητα», βλέποντας την ανεξαρτησία της Ταϊβάν ως τον κύριο παράγοντα αναστάτωσης. Αν και το DPP τονίζει ότι οι σχέσεις Ταϊβάν-ΗΠΑ διέπονται από θεσμικά πλαίσια όπως η Πράξη Σχέσεων με την Ταϊβάν του 1979, η πολιτική πραγματικότητα φαίνεται να μετατοπίζεται σε ένα περιβάλλον όπου η Ταϊβάν λειτουργεί ολοένα και περισσότερο ως μοχλός πίεσης στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα.