Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν έχει προσφέρει στην Κίνα μια στρατηγική ευκαιρία να υπονομεύσει την αμερικανική επιρροή σε κάθε κρίσιμο μέτωπο, σύμφωνα με απόρρητη ανάλυση πληροφοριών που επικαλείται η εφημερίδα Washington Post. Δύο αξιωματούχοι των ΗΠΑ δήλωσαν στην εφημερίδα ότι το έγγραφο συντάχθηκε από τη διεύθυνση πληροφοριών του Μικτού Επιτελείου για τον πρόεδρο του Μικτού Επιτελείου Στρατού, στρατηγό Dan Caine, και εστιάζει σε τέσσερις άξονες: τον διπλωματικό, τον ενημερωτικό, τον στρατιωτικό και τον οικονομικό.
Η αποκάλυψη έρχεται λίγο πριν από τις κρίσιμες συνομιλίες του Αμερικανού προέδρου Donald Trump με τον Κινέζο ομόλογό του, Xi Jinping, στο Πεκίνο. Από την έναρξη των εχθροπραξιών στα τέλη Φεβρουαρίου, η Κίνα φέρεται να έχει προχωρήσει σε πωλήσεις όπλων σε χώρες του Περσικού Κόλπου που δέχθηκαν πλήγματα από ιρανικούς πυραύλους και drones. Παρά τις διαψεύσεις του Πεκίνου για εξοπλισμό του Ιράν, η Κίνα διατηρεί τα τελευταία χρόνια πολυδισεκατομμυριούχες συμφωνίες εξοπλισμών με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ.
Στον τομέα της ενημέρωσης, το γεγονός ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν εγκρίθηκε από το Κογκρέσο των ΗΠΑ ή το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, έδωσε την ευκαιρία στην Κίνα να τον παρουσιάσει ως παράνομο, επιχειρώντας να πλήξει την εικόνα των ΗΠΑ ως υπεύθυνου εγγυητή της διεθνούς τάξης. Παράλληλα, ο πόλεμος έχει εξαντλήσει τα αμερικανικά στρατιωτικά αποθέματα, κυρίως σε πυραύλους κρουζ και αεράμυνας, οι οποίοι θα ήταν κρίσιμοι σε μια πιθανή αναμέτρηση για την Ταϊβάν.
Προηγούμενη έκθεση της Washington Post ανέφερε ότι τα πλήγματα του Ιράν σε αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις ήταν πολύ πιο καταστροφικά από όσο παραδέχθηκε η Ουάσινγκτον, με τουλάχιστον 228 κτίρια και εξοπλισμό να έχουν υποστεί ζημιές. Επιπλέον, παρά την κρίση στα στενά του Ορμούζ, η Κίνα διατήρησε την ενεργειακή της αυτάρκεια μέσω της παραγωγής άνθρακα και της τεχνολογίας πράσινης ενέργειας. Ο Ryan Hass, ειδικός για την Κίνα στο Brookings Institution, σημειώνει ότι το Πεκίνο εκμεταλλεύεται την κατάσταση για να απομακρύνει τους παραδοσιακούς εταίρους από τις ΗΠΑ, παρέχοντας καύσιμα και ενεργειακή τεχνολογία σε χώρες όπως η Ταϊλάνδη, η Αυστραλία και οι Φιλιππίνες.