Η ραγδαία μεταβαλλόμενη κατάσταση ασφαλείας στη Μέση Ανατολή ωθεί τη Σαουδική Αραβία να επανεξετάσει τις εθνικές αμυντικές της στρατηγικές. Με την απουσία αξιόπιστων εγγυήσεων προστασίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ριάντ αναζητά ένα εναλλακτικό πλαίσιο θωράκισης, βρίσκοντας έναν στρατηγικό σύμμαχο στο πρόσωπο του Πακιστάν.
Η Στρατηγική Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας (SMDA), που υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο μεταξύ του διαδόχου του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας, Mohammed bin Salman, και του πρωθυπουργού του Πακιστάν, Shehbaz Sharif, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συμφωνίες των τελευταίων δεκαετιών. Η βασική της πρόβλεψη ορίζει ότι η επίθεση κατά ενός κράτους θα θεωρείται αυτόματα επίθεση και κατά των δύο, θεσπίζοντας επίσημα συμμαχικές σχέσεις. Η αξία της συμφωνίας έγκειται στο γεγονός ότι το Ισλαμαμπάντ διαθέτει ένα οπλοστάσιο 150-160 πυρηνικών κεφαλών, δημιουργώντας στην πράξη την πρώτη «πυρηνική ομπρέλα» στον ισλαμικό κόσμο.
Για το Ριάντ, η κύρια πηγή ανησυχίας παραμένει το Ιράν, ενώ η αξιοπιστία της αμερικανικής προστασίας έχει κλονιστεί υπό τη διοίκηση του Donald Trump. Η αδυναμία των ΗΠΑ να περιορίσουν την Τεχεράνη και η επιθετική στάση του Ισραήλ υπό τον Benjamin Netanyahu καθιστούν τη συνεργασία με το Πακιστάν ζήτημα επιβίωσης. Από τον Απρίλιο, μάλιστα, Πακιστανοί στρατιωτικοί έχουν αναπτυχθεί στην αεροπορική βάση King Abdul Aziz, ενισχύοντας την αποτρεπτική ισχύ της συμφωνίας. Παρά την ένταση, το Ισλαμαμπάντ επιδιώκει να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθερότητας και διαμεσολάβησης, αποφεύγοντας την άμεση στρατιωτική εμπλοκή, ενώ ταυτόχρονα αναβαθμίζει το γεωπολιτικό του εκτόπισμα στην περιοχή.