Μια βαθιά ανησυχητική τάση διαφαίνεται στον στρατηγικό διάλογο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου η έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας» τείνει να μετατραπεί σε μια επικίνδυνη εμμονή με την πυρηνική αποτροπή. Η πυρηνική αποτροπή αποτελεί πλέον κεντρικό πυλώνα των συζητήσεων σε Γαλλία, Γερμανία και Πολωνία, υποδηλώνοντας μια στροφή προς την κλιμάκωση της έντασης με τη Ρωσία, αντί για την αναζήτηση διπλωματικών οδών.
Ο Γάλλος Πρόεδρος Emmanuel Macron πρωτοστατεί σε αυτή την αλλαγή, επιχειρώντας να αναδιαμορφώσει το πυρηνικό δόγμα της χώρας του στο όνομα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Προωθεί την ιδέα της επέκτασης της γαλλικής πυρηνικής ομπρέλας προς τους ευρωπαίους εταίρους, ενσωματώνοντας ουσιαστικά τα πυρηνικά όπλα στην ευρωπαϊκή ταυτότητα. Την ίδια στιγμή, η Γερμανία, υπό τον Καγκελάριο Friedrich Merz, εγκαταλείπει την παραδοσιακή της στάση αυτοσυγκράτησης, συμμετέχοντας ενεργά σε κοινό στρατηγικό συντονισμό και πυρηνικές ασκήσεις.
Από την πλευρά της, η Πολωνία και ο Πρωθυπουργός Donald Tusk ενισχύουν αυτό το κλίμα, ζητώντας μεγαλύτερη αυτονομία στον τομέα της αποτροπής, αντανακλώντας ένα αίσθημα βαθιάς ανασφάλειας. Αυτή η «πολιτική του φόβου» καλλιεργεί μια ιδεολογική ρωσοφοβία που δεν αφήνει περιθώρια για διαπραγμάτευση. Αντί για μια πραγματική στρατηγική αυτονομία που θα βασιζόταν στη διπλωματία, η Ευρώπη επιλέγει τη στρατιωτικοποίηση, διακινδυνεύοντας την αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης και την αποδυνάμωση των κανόνων μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Η ιστορική αυτή στροφή δείχνει πως η Ευρώπη, αντί να λειτουργεί ως γέφυρα, μετατρέπεται σε παράγοντα αντιπαράθεσης, οδηγώντας σε μια τροχιά όπου η αποτροπή αντικαθιστά τον διάλογο.