Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραψαν «ιστορικό χαμηλό» στον ετήσιο δείκτη ελευθερίας του Τύπου που δημοσιεύουν οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF), συνεχίζοντας μια φθίνουσα πορεία που διαρκεί μία δεκαετία. Η έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 30 Απριλίου 2026, καταγράφει μια παγκόσμια υποχώρηση των δεικτών ελευθερίας για το 2025, με περισσότερες από τις μισές χώρες του κόσμου να χαρακτηρίζονται πλέον ως περιοχές όπου η κατάσταση είναι «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή».
Κατά το πρώτο έτος της δεύτερης θητείας του προέδρου Donald Trump, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχώρησαν επτά θέσεις, καταλαμβάνοντας πλέον την 64η θέση από την 57η σε σύνολο 180 χωρών. Ο Clayton Weimers, εκτελεστικός διευθυντής του γραφείου των RSF στη Βόρεια Αμερική, έκανε λόγο για «κρίση ελευθερίας του Τύπου», κατηγορώντας τη διοίκηση Trump για έναν «συντονισμένο πόλεμο» κατά των μέσων ενημέρωσης. Παράλληλα, η συγκέντρωση των ΜΜΕ σε λίγες μεγάλες εταιρείες, όπως η Comcast, η Walt Disney, η Warner Bros Discovery, η Paramount Skydance, η Sony και η Amazon, εντείνει τις ανησυχίες για περιορισμό της πολυφωνίας.
Την ίδια στιγμή, ο επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), Brendan Carr, έχει εντείνει τις πιέσεις προς δημοσιογράφους και ραδιοτηλεοπτικούς φορείς. Μεταξύ άλλων, απείλησε με ανάκληση αδειών για ρεπορτάζ σχετικά με τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν και για την κάλυψη της μεταναστευτικής πολιτικής του προέδρου. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του παρουσιαστή Jimmy Kimmel, ο οποίος βρέθηκε στο στόχαστρο μετά από χιουμοριστικό σχόλιο για τη Melania Trump, λίγες ημέρες πριν από την απόπειρα εισβολής ένοπλου στο δείπνο των ανταποκριτών του Λευκού Οίκου στην Washington, DC. Ενώ ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει πως ο Donald Trump είναι ο πιο «διαφανής» πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, η κριτική από φορείς και πρόσωπα, όπως ο γερουσιαστής Ted Cruz, για τον ρόλο της FCC ως «αστυνομίας λόγου» παραμένει έντονη.