Η απόφαση του Πεκίνου να εμποδίσει την προτεινόμενη εξαγορά της εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης Manus από τη Meta Platforms δεν αποτελεί περιορισμό των ξένων επενδύσεων, υποστηρίζουν τα κινεζικά κρατικά μέσα ενημέρωσης. Αντιθέτως, προτρέπουν τις εταιρείες του κλάδου να αναζητούν την εξωστρέφεια και τις κατάλληλες συνεργασίες, αρκεί να είναι έτοιμες. Το μπλόκο της Κίνας στην εξαγορά της Manus από τη Meta Platforms έφερε στο προσκήνιο το πόσο πολύ η βιομηχανία της τεχνητής νοημοσύνης ξεπερνά πλέον την απλή εμπορική λογική, όπως ανέφερε την Τετάρτη το Yuyuan Tantian, ο γνωστός λογαριασμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που διαχειρίζεται το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο CCTV, μέσω της πλατφόρμας WeChat.
Η παρέμβαση ήρθε από την Εθνική Επιτροπή Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων (NDRC) τη Δευτέρα, μετά την ανακοίνωση του Υπουργείου Εμπορίου τον Ιανουάριο ότι θα επανεξετάσει τη συμφωνία των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκειμένου να ελέγξει τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς περί ελέγχων εξαγωγών, τεχνολογικών μεταφορών και εξωτερικών επενδύσεων. Είναι η πρώτη φορά που ο κορυφαίος οικονομικός σχεδιαστής της Κίνας χρησιμοποιεί διατάξεις ελέγχου ξένων επενδύσεων για να ακυρώσει μια μεγάλη τεχνολογική συμφωνία. Οι ανησυχίες του Πεκίνου εντάθηκαν καθώς η Manus μετέφερε τα βασικά της περιουσιακά στοιχεία στη Σιγκαπούρη πέρυσι, γεγονός που ίσως λειτούργησε ως αποτρεπτικό παράδειγμα για άλλες κινεζικές εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης.
Από την πλευρά της, η Eurasia Group προειδοποίησε ότι η απόφαση της NDRC θα λειτουργήσει αποθαρρυντικά για τις διασυνοριακές συμφωνίες τεχνολογίας, καθώς η υπόθεση Manus ενέχει γεωπολιτικούς κινδύνους και ζητήματα συμμόρφωσης. Αναφερόμενη και στην αποχώρηση της Didi Chuxing από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης το 2022, η εταιρεία εκτιμά ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις τεχνολογίας ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με πιο περιορισμένες επιλογές χρηματοδότησης. Παράλληλα, αναμένεται ότι οι κινεζικές ρυθμιστικές αρχές θα εκδώσουν πιο λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές, απαιτώντας από τις εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να λαμβάνουν προηγούμενη κυβερνητική έγκριση πριν αποδεχθούν κεφάλαια από τις ΗΠΑ.