Καθώς η σύγκρουση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν εισέρχεται στον τρίτο μήνα της, ένα μάλλον «αθόρυβο» υλικό έχει βρεθεί στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος: το θειικό οξύ. Πρόκειται για ένα χημικό συστατικό κρίσιμης σημασίας για την παραγωγή λιπασμάτων και την επεξεργασία μετάλλων, το οποίο όμως πλέον αποτελεί «μήλον της έριδος» στις διεθνείς αγορές.
Η αναταραχή στον Κόλπο και ο ουσιαστικός αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ είχαν ήδη προκαλέσει πίεση στις τιμές. Η περιοχή αυτή καλύπτει το ένα τέταρτο της παγκόσμιας παραγωγής, και οι αποστολές έχουν ουσιαστικά «παγώσει» από τις 28 Φεβρουαρίου. Ωστόσο, το δεύτερο κύμα πιέσεων ήρθε με τις αναφορές για απαγόρευση εξαγωγών από την Κίνα, η οποία ελέγχει το 23% των παγκόσμιων εξαγωγών του χημικού.
Καθώς πλησιάζουμε στον Μάιο, οι αγοραστές σε κλάδους που εκτείνονται από τη γεωργία μέχρι την κατασκευή μπαταριών δυσκολεύονται να βρουν υποκατάστατα. Αναλυτές όπως ο David Argyle της Arlington Innovative Partners επισημαίνουν ότι η Κίνα έχει μετατραπεί σε «κλειδί» για το εμπόριο τέτοιων κρίσιμων υλικών. Σύμφωνα με την Sarah Marlow από την Argus Media, η προτεραιότητα του Πεκίνου είναι ξεκάθαρη: η επισιτιστική ασφάλεια. Το θειικό οξύ είναι απαραίτητο για τα φωσφορούχα λιπάσματα, τα οποία καθορίζουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών.
Η αναστάτωση δεν σταματά εκεί. Ενώ το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας παραμένει σιωπηλό, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι οι περιορισμοί μπορεί να διαρκέσουν μέχρι το τέλος του 2026. Η έλλειψη αυτή αναμένεται να μετακυλιστεί στο κόστος των προϊόντων στα ράφια των αγορών, ενώ επηρεάζει άμεσα και την εξόρυξη χαλκού, νικελίου και αργύρου, όπου το οξύ χρησιμοποιείται για την επεξεργασία μεταλλευμάτων.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Κίνας, υπό την καθοδήγηση του Zheng Shanjie από την NDRC, για την ενίσχυση των στρατηγικών αποθεμάτων και της εθνικής ασφάλειας εν μέσω διεθνούς αβεβαιότητας. Με τα βλέμματα στραμμένα και στην επερχόμενη επίσκεψη του Donald Trump, οι ανησυχίες για το αν θα ακολουθήσουν και άλλα υλικά, όπως το μαγνήσιο, εντείνονται, καθώς η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια φάση όπου ο ανταγωνισμός για τις πρώτες ύλες γίνεται πιο σκληρός από ποτέ.