Τρεις δικαστές του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC) κατέθεσαν αγωγή κατά του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, και της κυβέρνησής του, αμφισβητώντας τη νομιμότητα των κυρώσεων που τους επιβλήθηκαν το περασμένο έτος. Η νομική προσφυγή, η οποία κατατέθηκε την Τετάρτη 25 Ιουνίου 2026 σε ομοσπονδιακό δικαστήριο στο Μανχάταν, στρέφεται κατά των μέτρων που στοχεύουν στον εξαναγκασμό και την τιμωρία των δικαστών για τις αποφάσεις τους.
Οι δικαστές Kimberly Prost από τον Καναδά, Solomy Balungi Bossa από την Ουγκάντα και Reine Adelaide Sophie Alapini-Gansou από το Μπενίν υποστηρίζουν ότι οι κυρώσεις υπερβαίνουν τα όρια του νόμου περί διεθνών οικονομικών δυνάμεων έκτακτης ανάγκης (International Emergency Economic Powers Act). Σύμφωνα με την αγωγή, τα μέτρα αυτά έχουν σχεδιαστεί για να ασκήσουν εξωδικαστική πίεση, στοχεύοντας στα προσωπικά και οικονομικά συμφέροντα των δικαστών, προκειμένου να τους αναγκάσουν να θέσουν το προσωπικό τους όφελος πάνω από την απονομή της δικαιοσύνης.
Οι κυρώσεις αυτές επιβλήθηκαν σε αντίποινα για την έκδοση εντάλματος σύλληψης κατά του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu, καθώς και για την απόφαση του δικαστηρίου να εξετάσει υποθέσεις εγκλημάτων πολέμου στο Αφγανιστάν από αμερικανικά στρατεύματα. Οι συνέπειες για τους δικαστές είναι δραματικές, καθώς έχουν παγώσει τα περιουσιακά τους στοιχεία στις ΗΠΑ, ενώ τους απαγορεύεται η χρήση τραπεζικών υπηρεσιών, πιστωτικών καρτών, ακόμη και η πρόσβαση σε βασικές πλατφόρμες όπως η Google και η Amazon. Οι ίδιοι περιγράφουν την κατάσταση ως «οικονομική θανατική ποινή», επισημαίνοντας ότι οι περιορισμοί εμποδίζουν πλέον ακόμη και τη σωστή διεξαγωγή των δικαστικών διαδικασιών.