Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, που ξεκίνησε στις 11 Ιουνίου, παρουσιάστηκε αρχικά ως μια γιορτή ηπειρωτικής ενότητας με συνδιοργανωτές το Μεξικό, τις ΗΠΑ και τον Καναδά. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική, καθώς οι αυστηροί ταξιδιωτικοί περιορισμοί και οι απαγορεύσεις εισόδου των ΗΠΑ ακυρώνουν το πνεύμα του διεθνούς αθλητισμού.
Η κατάσταση στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ και Μεξικού παραμένει τεταμένη, με τον Donald Trump να έχει επανειλημμένα απειλήσει με στρατιωτική επέμβαση. Ενώ πολλοί φίλαθλοι δαπανούν χιλιάδες δολάρια για εισιτήρια, νεαροί μετανάστες από περιοχές όπως το Μιτσοακάν στο Μεξικό αναγκάζονται να καταβάλουν το ίδιο ποσό σε διακινητές για να περάσουν παράνομα τα σύνορα, προσπαθώντας να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη βία που συχνά τροφοδοτείται από την αμερικανική πολιτική.
Η υποκρισία κορυφώνεται με τον Gianni Infantino, πρόεδρο της FIFA, ο οποίος απένειμε στον Donald Trump το «FIFA Peace Prize – Football Unites the World». Η κίνηση αυτή προκαλεί αλγεινή εντύπωση, ειδικά από τη στιγμή που ο Trump υποστηρίζει ενεργά τη γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας, όπου από τον Οκτώβριο του 2023 έχουν σκοτωθεί περίπου 73.000 Παλαιστίνιοι, ανάμεσά τους και τουλάχιστον 421 ποδοσφαιριστές.
Επιπλέον, η άρνηση χορήγησης βίζας σε μέλη της ιρανικής ομοσπονδίας και στον Σομαλό διαιτητή Omar Artan, καθώς και ο αποκλεισμός των κατοίκων της Αϊτής, καταδεικνύουν ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 δεν είναι καθόλου ενωτικό. Η ιρανική ομάδα, μάλιστα, υποχρεώθηκε να διαμείνει στην Τιχουάνα, περνώντας στις ΗΠΑ μόνο για τους αγώνες, θυμίζοντας την πολιτική «Remain in Mexico». Παρά την αρχική αίσθηση ενθουσιασμού, είναι πλέον σαφές ότι η αυτοκρατορική αλαζονεία και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις έχουν αφήσει ελάχιστο χώρο για τη μαγεία του αθλήματος.