Στρατοδικείο στην Τζακάρτα της Ινδονησίας επέβαλε ποινές φυλάκισης σε τέσσερις αξιωματικούς του στρατού, κρίνοντάς τους ένοχους για τη βάναυση επίθεση με οξύ εναντίον του ακτιβιστή ανθρωπίνων δικαιωμάτων Andrie Yunus. Το περιστατικό, που σημειώθηκε στις 12 Μαρτίου 2026, είχε προκαλέσει διεθνή κατακραυγή και εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την αυξανόμενη επιρροή του στρατού στη χώρα και την υποχώρηση των δημοκρατικών θεσμών.

Σύμφωνα με την ετυμηγορία που ανακοινώθηκε την Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026, οι ποινές που επιβλήθηκαν στους τέσσερις κατηγορούμενους —τον 45χρονο Edi Sudarko, τον 43χρονο Budi Hariyanto Widhi Cahyono, τον 40χρονο Nandala Dwi Prasetia και τον 41χρονο Sami Lakka— κυμαίνονται από 1,5 έως 3 έτη φυλάκισης. Οι καταδικασθέντες, μέλη της Υπηρεσίας Στρατηγικών Πληροφοριών (BAIS), κρίθηκαν ένοχοι για προμελετημένη επίθεση, με το δικαστήριο να κάνει λόγο για «αλαζονική συμπεριφορά».
Ο 27χρονος Andrie Yunus, αναπληρωτής συντονιστής της οργάνωσης KontraS, δέχθηκε την επίθεση ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην πρωτεύουσα. Οι δράστες, επιβαίνοντες σε άλλη μοτοσικλέτα, εκτόξευσαν οξύ πάνω του, προκαλώντας του μόνιμη τύφλωση στο ένα μάτι και σοβαρά εγκαύματα στο 20% του σώματος και του προσώπου του. Ο Yunus, ο οποίος είχε εκφράσει έντονη κριτική στην κυβέρνηση του Προέδρου Prabowo Subianto για την επέκταση του ρόλου του στρατού στη διακυβέρνηση, είχε ζητήσει τη μεταφορά της δίκης σε πολιτικό δικαστήριο, εκφράζοντας δυσπιστία για τη διαδικασία στο στρατοδικείο, από την οποία και απείχε.
Η υπόθεση καταδικάστηκε από τον Ύπατο Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Volker Turk, ως μια «δειλή πράξη βίας», ενώ οι εισαγγελείς υποστήριξαν στο δικαστήριο ότι οι στρατιωτικοί έδρασαν λόγω οργής για την ακτιβιστική δράση του θύματος, αρνούμενοι ωστόσο ότι έλαβαν επίσημες εντολές για την επίθεση.