Νέα στοιχεία ήρθαν στο φως σχετικά με τον ρόλο της Βρετανίας στον πόλεμο του Ιράκ, καθώς αποχαρακτηρισμένα κυβερνητικά έγγραφα υποδηλώνουν ότι ο πρώην Πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ άσκησε πιέσεις σε αξιωματούχους για να αποτρέψει τη δίκη Βρετανών στρατιωτών σε πολιτικά δικαστήρια, για κακομεταχείριση Ιρακινών πολιτών κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Τα έγγραφα, που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Τρίτη, αποκαλύπτουν ότι το 2005, ο Μπλερ δήλωσε ότι ήταν «απαραίτητο» να μην διερευνηθούν από δικαστήρια όπως το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) οι βρετανικές ενέργειες στο Ιράκ.
Η απόφαση για συμμετοχή στον πόλεμο του Ιράκ, που ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες με πλήρη υποστήριξη της Βρετανίας τον Μάρτιο του 2003, αποτελεί μία από τις πλέον ερευνημένες και επικριθείσες αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο πόλεμος του Ιράκ διήρκεσε έως τον Δεκέμβριο του 2011. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, περισσότεροι από 200.000 Ιρακινοί πολίτες, 179 Βρετανοί στρατιώτες και περισσότεροι από 4.000 Αμερικανοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους. Το 2020, το ΔΠΔ έθεσε τέλος στις δικές του έρευνες για εγκλήματα πολέμου της Βρετανίας στο Ιράκ.
Τα νεοαποχαρακτηρισμένα έγγραφα, περισσότερα από 600, αφορούν την περίοδο 2004-2005 και περιλαμβάνουν αποφάσεις για εσωτερικές υποθέσεις, όπως η αποκέντρωση εξουσίας στην Ουαλία και τη Σκωτία, αλλά και για εξωτερική πολιτική, εστιάζοντας στο Ιράκ.

Σύμφωνα με βρετανικά μέσα ενημέρωσης, τα αρχεία αναφέρουν ότι ο Μπλερ ενημέρωσε τον ιδιωτικό του γραμματέα για θέματα εξωτερικών υποθέσεων, Antony Phillipson, ότι ήταν «απαραίτητο» να μην υπάρξουν διώξεις Βρετανών στρατιωτών από πολιτικά δικαστήρια για κακοποίηση Ιρακινών πολιτών υπό κράτηση. «Πρέπει, ουσιαστικά, να βρισκόμαστε σε θέση όπου το ΔΠΔ να μην εμπλέκεται, ούτε και η CPS (UK Crown Prosecution Service)», έγραψε σε σημείωμα.
Οι δηλώσεις του Μπλερ ακολούθησαν ένα σημείωμα που του έστειλε ο Phillipson τον Ιούλιο του 2005, το οποίο αφορούσε μια συνάντηση μεταξύ του τότε Γενικού Εισαγγελέα της χώρας και δύο πρώην Βρετανών στρατιωτικών αρχηγών. Ανέφεραν ότι είχαν συζητήσει την υπόθεση Βρετανών στρατιωτών που κατηγορούνταν για τον θάνατο ενός Ιρακινού ξενοδοχειακού υπαλλήλου, του Baha Mousa, ο οποίος πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2003 στη Βασόρα του Ιράκ, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση από βρετανικά στρατεύματα.
Ο Christopher Featherstone, αναπληρωτής λέκτορας στο Τμήμα Πολιτικής του Πανεπιστημίου του York, δήλωσε ότι ο Μπλερ δεν επιθυμούσε διώξεις βάσει διεθνούς δικαίου, αλλά στρατιωτική δικαιοσύνη, θεωρώντας την λιγότερο τιμωρητική. Επίσης, ανησυχούσε για την εικόνα ότι ο στρατός δεν μπορούσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά σε ζώνες πολέμου, και για την ενίσχυση της αντιπολίτευσης στον πόλεμο, τόσο εντός όσο και εκτός της Βρετανίας.
Η βρετανική κυβέρνηση δικαιολόγησε τη συμμετοχή στον πόλεμο του 2003 με τους, πλέον, διαψευσμένους ισχυρισμούς περί όπλων μαζικής καταστροφής στο Ιράκ. Η Βρετανία δήλωσε ότι στόχος της ήταν η εξάλειψη αυτών των όπλων και η απελευθέρωση του ιρακινού λαού από το καθεστώς του Saddam Hussein.
Αρκετές ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Human Rights Watch, η Amnesty International και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικών και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ECCHR), έχουν τεκμηριώσει περιπτώσεις κακοποίησης εκατοντάδων Ιρακινών πολιτών από Βρετανούς στρατιώτες. Το ECCHR σε έκθεσή του το 2020 ανέφερε μαρτυρίες για βίαιους ξυλοδαρμούς, στέρηση ύπνου και αισθητηριακής διέγερσης, «στρεσογόνες θέσεις», στέρηση τροφής και νερού, σεξουαλική και θρησκευτική ταπείνωση, και σε ορισμένες περιπτώσεις, σεξουαλική κακοποίηση.
Το 2005, τρεις Βρετανοί στρατιώτες δικάστηκαν από στρατοδικείο σε βρετανική στρατιωτική βάση στη βόρεια Γερμανία, όπου παρουσιάστηκαν φωτογραφίες που αποδείκνυαν τις κακοποιήσεις. Οι στρατιώτες βρέθηκαν ένοχοι και απολύθηκαν από τον στρατό. Το 2007, ο Λοχίας Donald Payne έγινε ο πρώτος Βρετανός στρατιώτης που καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για κακομεταχείριση Ιρακινών κρατουμένων.
Το ΔΠΔ άνοιξε έρευνα για τον ρόλο της Βρετανίας στον πόλεμο του Ιράκ το 2005, αλλά την έκλεισε τον Φεβρουάριο του 2006. Η έρευνα επανανοίχθηκε τον Μάιο του 2014, μετά την υποβολή στοιχείων από ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων για συστηματική κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών και βασανιστηρίων, από Βρετανούς στρατιώτες. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2020, η εισαγγελία του ΔΠΔ εγκατέλειψε την έρευνα, δηλώνοντας ότι, αν και υπήρχε «εύλογη βάση για να πιστέψει» κανείς ότι «μέλη των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων διέπραξαν εγκλήματα πολέμου», η βρετανική κυβέρνηση δεν είχε προσπαθήσει να παρεμποδίσει τις έρευνες.
Σε έκθεσή της, η εισαγγελία ανέφερε ότι, αν και υπήρχαν ανησυχίες, δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς ότι οι βρετανικοί ανακριτικοί και εισαγγελικοί φορείς είχαν εμπλακεί σε συγκάλυψη, βασιζόμενη σε προσεκτική εξέταση των διαθέσιμων πληροφοριών.
Η απόφαση της εισαγγελέως καταδικάστηκε από ομάδες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες δήλωσαν ότι η βρετανική κυβέρνηση έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για τη διερεύνηση και δίωξη εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από βρετανικά στρατεύματα στο εξωτερικό.
Τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποκαλύπτουν επίσης ότι ο Μπλερ ήταν πεπεισμένος ότι το ΔΠΔ δεν θα διώξει τους Βρετανούς στρατιώτες. Τον Ιούνιο του 2002, είχε δηλώσει στον τότε Αυστραλό πρωθυπουργό John Howard ότι χώρες όπως η Βρετανία δεν είχαν λόγο να φοβούνται το ΔΠΔ, καθώς το δικαστήριο «ενεργεί μόνο σε περιπτώσεις αποτυχημένων κρατών ή όπου οι δικαστικές διαδικασίες έχουν καταρρεύσει».

Η διοίκηση Μπλερ είχε συμφωνήσει να υπογράψει το Καταστατικό της Ρώμης του ΔΠΔ το 1998, με διαπραγμάτευση ότι «το δικαστήριο [ΔΠΔ] μπορεί να ενεργεί μόνο όταν τα εθνικά νομικά συστήματα αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να το πράξουν».