Η ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ, έναν από τους πιο κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους παγκοσμίως, βρίσκεται και πάλι στο επίκεντρο μιας επικίνδυνης κλιμάκωσης. Αν και στις 17 Ιουνίου υπεγράφη μνημόνιο συμφωνίας (MoU) μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών και την αποκατάσταση των διελεύσεων, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ασταθής.

Τις τελευταίες ημέρες, τουλάχιστον τρία εμπορικά πλοία δέχθηκαν επιθέσεις, καθώς το Ιράν κατηγόρησε τα σκάφη για απόπειρα διέλευσης χωρίς την απαραίτητη έγκριση. Ως απάντηση, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε κλιμακούμενα πλήγματα σε ιρανικό έδαφος, στοχεύοντας αρχικά παράκτιες πόλεις και την Πέμπτη το πρωί την ίδια την Τεχεράνη. Το Ιράν ανταπέδωσε με εκτοξεύσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) κατά χωρών του Κόλπου, την ώρα που συνεχίζονταν οι τελετές για την κηδεία του εκλιπόντος Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, δήλωσε πως θεωρεί την εκεχειρία «τελειωμένη», ενισχύοντας τους φόβους για την επιστροφή σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη απειλεί εκ νέου με κλείσιμο των στενών. Η οικονομική αβεβαιότητα είναι έντονη, καθώς τα στενά του Ορμούζ αποτελούν τη δίοδο για το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του PortWatch, από τις 18 Ιουνίου έως τις 5 Ιουλίου, μόλις 513 πλοία διέσχισαν το στενό, αριθμός που υπολείπεται σημαντικά των προπολεμικών επιπέδων, όπου καθημερινά περνούσαν περίπου 100 πλοία. Παράλληλα, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (International Maritime Organization) εκτιμά ότι περίπου 6.000 ναυτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι στον Κόλπο, αδυνατώντας να ολοκληρώσουν τα δρομολόγιά τους λόγω του κινδύνου από νάρκες και επιθέσεις.

Η διαμάχη εντείνεται και γύρω από τα ναυτιλιακά δρομολόγια: το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) απαιτεί τα πλοία να ακολουθούν τις διαδρομές που ορίζει η Τεχεράνη, απορρίπτοντας τους νέους διαδρόμους που τέθηκαν υπό την επίβλεψη των ΗΠΑ στα ύδατα του Ομάν. Την ίδια στιγμή, το Ιράν σχεδιάζει την επιβολή τελών διέλευσης, μια κίνηση που ο Donald Trump έχει χαρακτηρίσει «απαράδεκτη», διατηρώντας την ένταση σε οριακό σημείο.