Η πρόσφατη κλιμάκωση των εχθροπραξιών μεταξύ Ισραήλ και Ιράν ανέδειξε ένα βαθύ χάσμα στη σχέση του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump. Παρόλο που οι δύο άνδρες εμφανίζονταν στο παρελθόν ως στενοί πολιτικοί σύμμαχοι, οι αποκλίνουσες στρατηγικές τους επιδιώξεις προκαλούν πλέον σοβαρές τριβές, με τον Donald Trump να δηλώνει δημόσια πως ο ίδιος έχει τον απόλυτο έλεγχο των κινήσεων.

Η ένταση κορυφώθηκε όταν το Ιράν εξαπέλυσε καταιγισμό πυραύλων κατά του βόρειου Ισραήλ την Κυριακή, ως απάντηση σε ισραηλινό πλήγμα στα νότια προάστια της Βηρυτού στις 7 Ιουνίου. Η επίθεση αυτή απείλησε να τινάξει στον αέρα τις διαπραγματεύσεις που διεξάγονται με τη μεσολάβηση του Πακιστάν. Ο Donald Trump, εμφανώς δυσαρεστημένος, φέρεται να αποκάλεσε τον Benjamin Netanyahu «τρελό» σε τηλεφωνική τους επικοινωνία, κατηγορώντας τον ότι υπονομεύει τη διπλωματία των ΗΠΑ και θέτει σε κίνδυνο τις ειρηνευτικές προσπάθειες.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το Ισραήλ εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από την αμερικανική υποστήριξη, λαμβάνοντας ετησίως τουλάχιστον 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια στο πλαίσιο δεκαετούς στρατιωτικής συμφωνίας. Ο δημοσιογράφος Gideon Levy υπογραμμίζει πως ο Benjamin Netanyahu δεν έχει περιθώρια ελιγμών, καθώς η εξάρτηση από την Ουάσινγκτον βρίσκεται σε πρωτοφανές επίπεδο.
Στο εσωτερικό του Ισραήλ, ωστόσο, ο πόλεμος παραμένει δημοφιλής, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι περίπου το 93% των πολιτών υποστηρίζει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Ο Benjamin Netanyahu βρίσκεται εγκλωβισμένος ανάμεσα στην πίεση του Donald Trump για αποκλιμάκωση και στις απαιτήσεις ακροδεξιών υπουργών, όπως ο Itamar Ben-Gvir, που ζητούν τη συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η διατήρηση της εξουσίας αποτελεί πρωταρχικό στόχο για τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, εν μέσω της δίκης του για διαφθορά και των ενταλμάτων σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.