Σχεδόν τέσσερις μήνες μετά την έναρξη των αεροπορικών επιδρομών των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, οι οποίες εκτόξευσαν τις τιμές της ενέργειας και αποδιοργάνωσαν το παγκόσμιο εμπόριο, οι δύο πλευρές βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις στην Ελβετία. Αν και η εφαρμογή μιας συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός 60 ημερών προσφέρει ελπίδες για αποκλιμάκωση, η σύγκρουση έχει αποδειχθεί εξαιρετικά κερδοφόρα για συγκεκριμένους κλάδους.
Οι εταιρείες ενέργειας βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, καθώς οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ οδήγησαν τις τιμές του πετρελαίου Brent έως και τα 126 δολάρια ανά βαρέλι. Η Saudi Aramco ανακοίνωσε αύξηση κερδών κατά 25% στα 32,5 δισεκατομμύρια δολάρια για το πρώτο τρίμηνο, ενώ αντίστοιχη ανοδική πορεία κατέγραψαν οι BP, Shell και TotalEnergies. Παράλληλα, αμερικανικές εταιρείες υγροποιημένου φυσικού αερίου, όπως η Venture Global και η Cheniere Energy, ενισχύουν τη θέση τους στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, οι μεγαλύτεροι κατασκευαστές όπλων παγκοσμίως, όπως οι RTX, Lockheed Martin, Boeing, Northrop Grumman και BAE Systems, αναπληρώνουν τα αμερικανικά αποθέματα πυρομαχικών μετά από παραγγελίες δισεκατομμυρίων. Ο πρόεδρος Donald Trump ενέκρινε αύξηση 500 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις αμυντικές δαπάνες, με τον υπουργό Άμυνας Pete Hegseth να δηλώνει χαρακτηριστικά ότι «απαιτούνται χρήματα για να εξοντωθούν οι κακοποιοί».
Σημαντικά κέρδη καταγράφουν και οι ναυτιλιακές εταιρείες εξειδικευμένων δεξαμενοπλοίων, όπως η Frontline και η DHT Holdings, καθώς τα ναύλα στα Στενά του Ορμούζ έχουν εκτοξευθεί. Αντίστοιχα, οι ασφαλιστικές εταιρείες που παρέχουν κάλυψη για πολεμικούς κινδύνους (war-risk) έχουν αυξήσει τα ασφάλιστρά τους, φτάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις το 10% της αξίας του πλοίου.
Τέλος, η Wall Street ευνοείται από τη μεταβλητότητα των αγορών. Οι έξι μεγαλύτερες αμερικανικές τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων των JPMorgan Chase και Goldman Sachs, συγκέντρωσαν κέρδη ύψους 48 δισεκατομμυρίων δολαρίων το πρώτο τρίμηνο του 2026. Παράλληλα, η πλατφόρμα στοιχημάτων Polymarket βρίσκεται στο επίκεντρο σκανδάλου για ύποπτες συναλλαγές, με αναλυτές του Yale να επισημαίνουν κέρδη 143 εκατομμυρίων δολαρίων από λογαριασμούς που φαίνεται να διέθεταν πρότερη γνώση των εξελίξεων.