Σε παγκόσμια κλίμακα κλιμακώνεται η αντίδραση απέναντι στην κυβέρνηση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, μετά την επιβολή νέων δασμών σε περισσότερες από 80 χώρες. Τα μέτρα, που ανακοινώθηκαν στις 24 Ιουλίου 2026, προβλέπουν επιβαρύνσεις που κυμαίνονται από 10% έως 12,5% επί των εισαγόμενων αγαθών.
Η αμερικανική κυβέρνηση δικαιολόγησε την απόφαση επικαλούμενη το Άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, υποστηρίζοντας ότι οι στοχευμένες χώρες δεν κατάφεραν να περιορίσουν επαρκώς την είσοδο προϊόντων που κατασκευάζονται με καταναγκαστική εργασία. Ωστόσο, πολλά από τα κράτη που επλήγησαν απέρριψαν κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς αυτούς.
Οι διεθνείς αντιδράσεις ήταν άμεσες: * Ο Αυστραλός Υπουργός Εμπορίου, Don Farrell, από την Αδελαΐδα, απέρριψε τις αιτιάσεις, τονίζοντας πως η Αυστραλία λαμβάνει πολύ σοβαρά το ζήτημα της σύγχρονης δουλείας. * Ο Πρωθυπουργός της Νέας Ζηλανδίας, Christopher Luxon, χαρακτήρισε τους δασμούς «εξαιρετικά απογοητευτικούς», υπογραμμίζοντας την έλλειψη ουσιαστικών αποδείξεων από πλευράς ΗΠΑ. * Από την πλευρά της, η Ιαπωνία, δια του Minoru Kihara, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της, τονίζοντας πως η ιαπωνική βιομηχανία λειτουργεί με βάση τα διεθνή πρότυπα. * Το Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας, διά στόματος Lin Jian, επανέλαβε την αντίθεση του Πεκίνου σε μονομερείς δασμούς, ενόψει και της επικείμενης συνάντησης του Donald Trump με τον Xi Jinping τον Σεπτέμβριο. * Στην Ινδία, οι εξαγωγείς κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων εκφράζουν έντονη ανησυχία, καθώς η χώρα δεν συμπεριλήφθηκε στις εξαιρέσεις δασμών για προϊόντα αμερικανικού βαμβακιού, γεγονός που απειλεί την ανταγωνιστικότητά τους.
Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατήρησε μια στάση συγκρατημένης αισιοδοξίας, σημειώνοντας ότι η νέα πολιτική φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με τις δεσμεύσεις που είχαν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της κοινής δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ.