Η Κίνα έθεσε σε ισχύ έναν νέο νόμο για την «εθνική ενότητα», προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από διεθνείς οργανώσεις και ξένους αξιωματούχους. Οι επικριτές προειδοποιούν ότι η νομοθετική αυτή ρύθμιση ενδέχεται να επιταχύνει τη βίαιη αφομοίωση των εθνοτικών μειονοτήτων, οι οποίες αποτελούν το 8,9% του πληθυσμού της ηπειρωτικής Κίνας και περιλαμβάνουν 55 επίσημα αναγνωρισμένες ομάδες, όπως οι 11 εκατομμύρια Ουιγούροι και οι 7 εκατομμύρια Θιβετιανοί.
Ο νόμος, ο οποίος ψηφίστηκε στις 12 Μαρτίου και τέθηκε σε εφαρμογή την Τετάρτη 2 Ιουλίου 2026, επιβάλλει σε όλα τα κυβερνητικά όργανα, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τους κοινωνικούς φορείς την υποχρέωση προώθησης μιας «κοινής εθνικής συνείδησης». Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το άρθρο 15, το οποίο καθιστά την εκμάθηση της κινεζικής γλώσσας (Μανδαρινικά) υποχρεωτική για όλα τα παιδιά πριν από το νηπιαγωγείο και σε όλη τη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, περιορίζοντας τη χρήση των γλωσσών των μειονοτήτων.
Πέρα από το εσωτερικό της χώρας, η νομοθεσία περιλαμβάνει πρόβλεψη που αφορά άτομα εκτός των κινεζικών συνόρων, θεωρώντας τα υπεύθυνα για υπονόμευση της «εθνικής ενότητας» ή υποκίνηση αποσχιστικών ενεργειών. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει συναγερμό στην Ταϊβάν και σε οργανώσεις του εξωτερικού, οι οποίες φοβούνται ότι το Πεκίνο αποκτά ένα νέο νομικό εργαλείο για να στοχοποιεί τους επικριτές του διεθνώς.
Από την πλευρά της, η κινεζική κυβέρνηση απορρίπτει τις κατηγορίες. Ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Hu Weilie υποστήριξε σε συνέντευξη Τύπου στο Πεκίνο ότι τα δυτικά μέσα ενημέρωσης «διαστρέβλωσαν» τις προθέσεις του νόμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Κίνα ασκεί απλώς το νόμιμο δικαίωμά της να διασφαλίζει την εθνική της κυριαρχία και να αντιμετωπίζει αποσχιστικές δραστηριότητες, διαβεβαιώνοντας ότι οι κανονισμοί δεν θα επηρεάσουν τις φυσιολογικές διεθνείς ανταλλαγές.