Τα Στενά του Ορμούζ, ο κρίσιμος θαλάσσιος διάδρομος από τον οποίο διέρχεται περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, βρίσκονται στο επίκεντρο της κλιμακούμενης σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Οι εξελίξεις στην περιοχή παραμένουν δραματικές, καθώς ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για τις διαπραγματευτικές δυνατότητες της Τεχεράνης έναντι της Ουάσιγκτον.
Η ένταση κλιμακώθηκε περαιτέρω τη Δευτέρα 5 Μαΐου 2026, όταν το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης του Ιράν (IRGC) δημοσιοποίησε έναν νέο χάρτη, διευρύνοντας τη θαλάσσια ζώνη ελέγχου του σε τμήματα των ακτών των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ). Η κίνηση αυτή ακολούθησε την έναρξη του “Project Freedom” από τον Αμερικανό πρόεδρο Donald Trump, ο οποίος επιχειρεί να ανοίξει το κρίσιμο ενεργειακό πέρασμα, που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένο από τις 28 Φεβρουαρίου, χρησιμοποιώντας το ναυτικό για τη συνοδεία δεξαμενόπλοιων.

Την ίδια στιγμή, τα ΗΑΕ κατήγγειλαν επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους εναντίον ενεργειακών υποδομών στη Fujairah, προκαλώντας πυρκαγιά. Πρόκειται για τα πρώτα περιστατικά μετά την κατάπαυση του πυρός στις 8 Απριλίου. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το Ιράν χρησιμοποιεί τον έλεγχο των στενών ως «στρατηγικό εξισορροπητή». Ο Mohammad Reza Farzanegan, καθηγητής οικονομικών της Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο του Marburg, τονίζει ότι το Ιράν δεν χρειάζεται μια κατά μέτωπο σύγκρουση, καθώς αρκεί η απειλή να καταστήσει τη διέλευση επικίνδυνη για να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου, μεταφέροντας το κόστος της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία.
Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη. Μετά την αποχώρηση των ΗΑΕ από τον Οργανισμό Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών (OPEC) και την ενίσχυση της συμμαχίας τους με το Ισραήλ μέσω των Abraham Accords, το Ιράν επιχειρεί να στείλει ένα σαφές μήνυμα στα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου: οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τις υποδομές τους.