Η νέα έξαρση στις επιθέσεις ΗΠΑ και Ιράν θέτει σε κίνδυνο τις εύθραυστες προσπάθειες για την επίτευξη μιας βιώσιμης συμφωνίας που θα τερματίσει τον πόλεμο. Παρόλο που ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump, δηλώνει πως βρίσκεται κοντά σε μια «πολύ καλή συμφωνία» με την Τεχεράνη, η πραγματικότητα στο πεδίο παραμένει εκρηκτική.
Το Σαββατοκύριακο, η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε πλήγματα κατά ιρανικών ραντάρ και εγκαταστάσεων drones στις πόλεις Goruk και Qeshm, ως απάντηση στην κατάρριψη ενός αμερικανικού drone MQ-1 πάνω από διεθνή ύδατα. Σε αντίποινα, οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν (IRGC) ανέφεραν ότι στόχευσαν αμερικανική αεροπορική βάση στην περιοχή του Κόλπου, από όπου φέρεται να προήλθε επίθεση σε πύργο τηλεπικοινωνιών στο νησί Sirik, στο Ιράν.
Παράλληλα, η κατάσταση περιπλέκεται από επιθέσεις σε ιρανικές κουρδικές ομάδες στο βόρειο Ιράκ. Το κόμμα Komala κατήγγειλε ότι πύραυλοι έπληξαν την έδρα του στην κοιλάδα Alana, ενώ αντίστοιχη επίθεση δέχθηκε και το Κουρδικό Κόμμα Ελευθερίας (PAK) κοντά στο Erbil. Από την πλευρά της, η Τεχεράνη υποστηρίζει το δικαίωμά της στα αντίποινα, κατηγορώντας τις γειτονικές χώρες ότι επιτρέπουν τη χρήση των εδαφών τους για επιθέσεις εναντίον της.
Η ένταση κλιμακώνεται και στα στενά του Ορμούζ, με τον έλεγχο της ναυσιπλοΐας να αποτελεί κρίσιμο μοχλό πίεσης. Οι συνομιλίες, αν και συνεχίζονται, προσκρούουν στην έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών, με την Τεχεράνη να ζητά απτά αποτελέσματα πριν δεσμευτεί. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, ο αποκλεισμός των στενών αποτελεί ένα πανίσχυρο μέσο πίεσης για το Ιράν, που μπορεί να παραλύσει την παγκόσμια οικονομία, καθιστώντας το σκηνικό εξαιρετικά ασταθές για την περιφερειακή ασφάλεια.