Η στρατιωτική κυβέρνηση της Μιανμάρ (Βιρμανίας) διευρύνει την καταστολή των διαδικτυακών απατών, στοχεύοντας ένα δεύτερο μεγάλο κέντρο σε περιοχές συνόρων με την Ταϊλάνδη. Οι αρχές προχώρησαν σε εκατοντάδες συλλήψεις αλλοδαπών και κατάσχεσαν χιλιάδες κινητά τηλέφωνα που φέρονται να χρησιμοποιούνταν για την τέλεση απάτης.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται λίγες μόλις ημέρες μετά την ανακοίνωση της στρατιωτικής χούντας ότι πραγματοποίησε εφόδους σε ένα κέντρο διαδικτυακής απάτης στα σύνορα με την Ταϊλάνδη, με αποτέλεσμα τη σύλληψη περίπου 350 ατόμων. Η επιχείρηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια εξάρθρωσης κέντρων παράνομων δραστηριοτήτων που γνώρισαν μεγάλη άνθηση.
Σύμφωνα με τον στρατιωτικό εκπρόσωπο Ζάου Μιν Τουν, η επιχείρηση εστίασε σε ένα κέντρο απάτης στην πόλη Σουί Κουόκο, κοντά στη Μιάουαντι. Ηταν μια επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε την Τρίτη.
Πολλές περιοχές στα σύνορα της Μιανμάρ έχουν μετατραπεί σε κόμβους διαδικτυακών απατών, όπου χιλιάδες άτομα εμπλέκονται σε υποθέσεις εμπορικής και συναισθηματικής εξαπάτησης, αποκομίζοντας ετήσια κέρδη που φτάνουν τα δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Παρόλο που η στρατιωτική χούντα έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι ανέχεται τους απατεώνες, από τον περασμένο Φεβρουάριο έχει εντείνει τις επιχειρήσεις κατά των κέντρων αυτών. Οι κινήσεις αυτές γίνονται, όπως εκτιμάται, και υπό την πίεση της Κίνας, η οποία είναι από τους βασικούς υποστηρικτές της σημερινής κυβέρνησης της Μιανμάρ.
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι οι εφόδοι που ξεκίνησαν τον προηγούμενο μήνα αποτελούν μια κίνηση προπαγάνδας, με στόχο την απορρόφηση της κινεζικής πίεσης, χωρίς όμως να θίγονται σημαντικά τα κέρδη που αποκομίζουν παραστρατιωτικές ομάδες προσκείμενες στη στρατιωτική χούντα.
Κρατικά μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ ανέφεραν ότι οι αρχές διενήργησαν εφόδους στο κέντρο “Σιui Κουόκο”, γνωστό για δραστηριότητες τυχερών παιχνιδιών και απάτης. Συνελήφθησαν 346 αλλοδαποί, ενώ κατασχέθηκαν περίπου 10.000 κινητά τηλέφωνα που χρησιμοποιούνταν για διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια.
Οι παρατηρητές σημειώνουν ότι η Κίνα είναι όλο και πιο ενοχλημένη από τον αυξανόμενο αριθμό των πολιτών της που εμπλέκονται σε αυτές τις δραστηριότητες, είτε ως δράστες είτε ως θύματα, και ασκεί πιέσεις στη στρατιωτική κυβέρνηση της Μιανμάρ να καταπολεμήσει αυτά τα εγκλήματα.
Σύμφωνα με κρατικά μέσα ενημέρωσης, η εταιρεία “Yatai”, που ανήκε στον Κινέζο-Καμποτζιανό επιχειρηματία Σι Τσιτσιάνγκ, ο οποίος κατηγορείται για οργανωμένο έγκλημα, ήταν η υπεύθυνη εταιρεία για τη λειτουργία της περιοχής “Σιui Κουόκο”.
Ο Σι Τσιτσιάνγκ συνελήφθη στην Ταϊλάνδη το 2022 και εκδόθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στην Κίνα, όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες για τυχερά παιχνίδια και διαδικτυακή απάτη. Τόσο ο ίδιος όσο και η εταιρεία του είχαν υποστεί στο παρελθόν αμερικανικές και βρετανικές κυρώσεις.
Η Ουάσινγκτον αναφέρει ότι ο Σι μετέτρεψε ένα συνοριακό χωριό στο κέντρο “Σιui Κουόκο”, το οποίο εξελίχθηκε σε μια πλήρη πόλη με δραστηριότητες τυχερών παιχνιδιών, διακίνησης ναρκωτικών, πορνείας και απάτης που στόχευαν θύματα παγκοσμίως.
Τον Οκτώβριο, οι αρχές είχαν ανακοινώσει την εφόδο σε ένα άλλο κοντινό κέντρο απάτης, γνωστό ως “Κι Κι Παρκ”, και την κατεδάφιση περισσοτέρων από 600 κτιρίων.
Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC) εκτιμά ότι εκατοντάδες βιομηχανικού επιπέδου κέντρα απάτης, που εδρεύουν κυρίως στη Νοτιοανατολική Ασία, αποφέρουν ετήσια κέρδη κοντά στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια.