Τέσσερις κάτοικοι από το Μέμφις του Τενεσί κατέθεσαν αγωγή κατά της κυβέρνησης του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Donald Trump, καταγγέλλοντας περιστατικά παρενόχλησης στο πλαίσιο επιχείρησης για την καταπολέμηση του εγκλήματος και της παράνομης μετανάστευσης. Η αγωγή στρέφεται κατά της ομάδας κρούσης Memphis Safe Task Force, μιας πρωτοβουλίας που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο σε συνεργασία με κρατικούς και τοπικούς φορείς.
Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι πράκτορες της ομάδας προχωρούν σε συστηματικό εκφοβισμό πολιτών που καταγράφουν με τα κινητά τους τηλέφωνα τις αστυνομικές επιχειρήσεις, μια δραστηριότητα που προστατεύεται από την Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος. Όπως αναφέρεται στο κείμενο της αγωγής, οι πράκτορες έχουν σταματήσει, απειλήσει και συλλάβει πολίτες που συμμετέχουν σε καθημερινές, νόμιμες δραστηριότητες. Περιγράφονται μάλιστα περιστατικά όπου κυβερνητικά οχήματα πραγματοποίησαν επικίνδυνους ελιγμούς προς το μέρος ακτιβιστών που παρακολουθούσαν τις επιχειρήσεις.
Η ειδική ομάδα έχει πραγματοποιήσει περίπου 120.000 ελέγχους οχημάτων στη συγκεκριμένη πόλη, η οποία αριθμεί σχεδόν 610.000 κατοίκους. Στη μονάδα συμμετέχουν αστυνομικοί αυτοκινητοδρόμων του Τενεσί, μέλη της Εθνοφρουράς του Τενεσί και πράκτορες από 13 ομοσπονδιακές υπηρεσίες, κατόπιν πρόσκλησης του κυβερνήτη Bill Lee. Η αγωγή στρέφεται κατά της υπηρεσιακής Γενικής Εισαγγελέως των ΗΠΑ, Blanche, καθώς και κατά των επικεφαλής υπηρεσιών όπως η Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE) και το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS).
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης εξέδωσε ανακοίνωση την Τετάρτη απορρίπτοντας τις καταγγελίες: «Διαφωνούμε έντονα με τους ισχυρισμούς της αγωγής και παραμένουμε προσηλωμένοι σε δίκαιες, αμερόληπτες και επαγγελματικές πρακτικές επιβολής του νόμου για την ασφάλεια των κατοίκων του Μέμφις και του αμερικανικού λαού». Από την πλευρά της, η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών (ACLU), που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, τονίζει ότι η καταγραφή δημόσια ορατών δραστηριοτήτων της αστυνομίας αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα.