Η διακομματική συναίνεση για το Ισραήλ, που αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο της αμερικανικής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή για δεκαετίες, έχει πλέον οριστικά ραγίσει. Η πρόσφατη ψηφοφορία στο Κογκρέσο, όπου περισσότεροι από 100 Δημοκρατικοί βουλευτές τάχθηκαν υπέρ της περικοπής της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, αποτελεί το πιο ισχυρό σήμα μιας βαθιάς πολιτικής μετατόπισης. Αν και η τροπολογία δεν εγκρίθηκε λόγω της αντίθεσης των Ρεπουμπλικανών και μερίδας των Δημοκρατικών, το μήνυμα είναι σαφές: η εποχή της άνευ όρων αμερικανικής υποστήριξης πλησιάζει στο τέλος της.
Χαρακτηριστικό της μεταβολής αυτής είναι η στάση της Nancy Pelosi. Η πρώην Πρόεδρος της Βουλής, επί χρόνια πιστή σύμμαχος του Ισραήλ, συντάχθηκε με τα μέλη του κόμματός της που ζητούν τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας, αναγνωρίζοντας ότι η βάση των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών έχει αλλάξει ριζικά. Η σύγκρουση στη Γάζα αποτέλεσε το καταλυτικό γεγονός που μετέτρεψε τη δυσαρέσκεια για την επέκταση των εποικισμών και την πολιτική του Benjamin Netanyahu σε ένα καθολικό αίτημα για λογοδοσία.
Το ρεύμα αυτό ξεκίνησε από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, από το Columbia University έως το UCLA, όπου η νέα γενιά ανέδειξε το ζήτημα της Γάζας σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα. Η σκληρή καταστολή των φοιτητικών διαδηλώσεων από το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος λειτούργησε ως μπούμερανγκ, αποξενώνοντας τους προοδευτικούς ψηφοφόρους και συνεισφέροντας στα εκλογικά αποτελέσματα του 2024.
Σήμερα, οι Δημοκρατικοί νομοθέτες θέτουν πλέον στο τραπέζι όρους περί συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο και προστασίας των αμάχων. Για το Ισραήλ, αυτό σημαίνει ότι η στρατηγική του, που βασιζόταν στην υπόθεση της σταθερής και χωρίς όρους αμερικανικής στήριξης, υφίσταται τη μεγαλύτερη πρόκληση των τελευταίων δεκαετιών. Η συμμαχία δεν καταρρέει, αλλά μετατρέπεται σε σχέση υπό προϋποθέσεις, αναγκάζοντας την ισραηλινή ηγεσία να συνυπολογίσει το πολιτικό κόστος των κινήσεών της.