Η πρόσφατη συμφωνία Trump με το Ιράν, η οποία αποτυπώνεται σε ένα μνημόνιο κατανόησης 14 σημείων, παρουσιάζεται ως ένας διπλωματικός θρίαμβος. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάλυση αποκαλύπτει ότι πρόκειται για μια εύθραυστη διευθέτηση, που μοιάζει περισσότερο με πρόσκαιρη ανακωχή παρά με βιώσιμη λύση. Αν και ο πρόεδρος Donald Trump πέτυχε τον τερματισμό των ενεργών εχθροπραξιών, ανοίγοντας εκ νέου τα στενά του Ορμούζ και σταματώντας τους βομβαρδισμούς, η απουσία του Ισραήλ από τη διαπραγματευτική διαδικασία προκαλεί έντονες ανησυχίες.
Το Ισραήλ, ο σημαντικότερος σύμμαχος των ΗΠΑ στην περιοχή, βρέθηκε στο περιθώριο, παρά το γεγονός ότι έχει επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος της αντιπαράθεσης με το Ιράν και τα δίκτυα αντιπροσώπων του, όπως η Hezbollah και οι Houthi, τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η συμφωνία προβλέπει την αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων και τη δημιουργία ενός ταμείου ανασυγκρότησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, κινήσεις που προκαλούν δυσφορία στην Ιερουσαλήμ, καθώς φοβάται ότι οι πόροι αυτοί θα ενισχύσουν το καθεστώς που απειλεί την ύπαρξή της.
Επιπλέον, οι δεσμεύσεις του Ιράν σχετικά με τα πυρηνικά παραμένουν ασαφείς, θυμίζοντας προηγούμενες συμφωνίες που ο ίδιος ο Trump είχε επικρίνει σφοδρά στο παρελθόν. Ενώ η διοίκηση των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι η πίεση και η ισχύς που ασκήθηκαν οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα, η παράκαμψη των “κόκκινων γραμμών” του Ισραήλ αποτελεί επικίνδυνο προηγούμενο. Η διοίκηση των ΗΠΑ οφείλει να αναγνωρίσει ότι μια πραγματική ειρήνη στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να οικοδομηθεί αγνοώντας τον σύμμαχο που θα κληθεί να ζήσει με τις μακροπρόθεσμες συνέπειες αυτών των αποφάσεων.