Ο πρωθυπουργός του Καναδά, Mark Carney, ολοκληρώνει τον πρώτο χρόνο της θητείας του, έχοντας βρεθεί εξαρχής αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερα επιθετική εξωτερική πολιτική από τον νότιο γείτονα της χώρας του. Με την ανάληψη των καθηκόντων του Donald Trump στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Καναδάς ήρθε αντιμέτωπος με δασμούς στις εξαγωγές του, αλλά και με προκλητικές δηλώσεις που αμφισβητούσαν τη σταθερότητα των παραδοσιακών συμμαχιών.
Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, ο Mark Carney επέλεξε να ακολουθήσει μια γραμμή ισχυρής και αποφασιστικής στάσης. Σύμφωνα με αναλυτές, όπως ο Brett House από το Munk School of Global Affairs & Public Policy του University of Toronto, η μεγαλύτερη επιτυχία του Καναδού πρωθυπουργού ήταν η άρνησή του να βιαστεί στη σύναψη συμφωνιών με τις ΗΠΑ, αποφεύγοντας έτσι παγίδες που θα περιόριζαν την εθνική κυριαρχία.

Η εξωτερική πολιτική του Καναδά αναδιαμορφώθηκε ριζικά. Με τη Washington να μην αποτελεί πλέον τον αξιόπιστο πυλώνα της διεθνούς έννομης τάξης, ο Mark Carney στράφηκε προς τη διαφοροποίηση των σχέσεων της χώρας του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων με το New Delhi, μέσω της πρόσκλησης του Ινδού πρωθυπουργού Narendra Modi στη σύνοδο των G7, αλλά και η επαναπροσέγγιση με την Κίνα και η εμβάθυνση της συνεργασίας με την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Αυστραλία.
Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Mark Carney παρουσιάζει ένα προφίλ πραγματιστή, εστιάζοντας σχεδόν αποκλειστικά στην οικονομία και το εμπόριο. Παρά τις αντιδράσεις για νομοσχέδια που αφορούν μεγάλα έργα υποδομής, η αποδοχή του στους Καναδούς πολίτες φαίνεται να ενισχύεται, με πρόσφατες δημοσκοπήσεις της Ipsos να δείχνουν ποσοστό θετικής γνώμης της τάξης του 58%. Η πρόκληση για το 2026 παραμένει ωστόσο μεγάλη, καθώς ξεκινά η επανεξέταση της εμπορικής συμφωνίας USMCA, με τις ΗΠΑ να πιέζουν για εναρμόνιση των εξωτερικών δασμών, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τον στρατηγικό σχεδιασμό της Ottawa για διεύρυνση των διεθνών εμπορικών της δεσμών.