Μια νέα, σημαντική μελέτη που διεξήχθη από ερευνητές της Σχολής Trinity στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, αποκαλύπτει ότι η εκμάθηση και η χρήση περισσοτέρων από μίας γλώσσας μπορεί να προσφέρει ουσιαστική προστασία στην υγεία του εγκεφάλου και του σώματος, επιβραδύνοντας τις βιολογικές διαδικασίες της γήρανσης. Τα ευρήματα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Nature Aging, υποδεικνύουν ότι οι πολύγλωσσοι άνθρωποι βιώνουν μια πιο αργή «συμπεριφορική βιολογική γήρανση» σε σύγκριση με εκείνους που γνωρίζουν μόνο μία γλώσσα.
Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από 86.149 συμμετέχοντες σε όλη την Ευρώπη. Μέσω ενός καινοτόμου πλαισίου, της «χρονομέτρησης της συμπεριφορικής βιολογικής γήρανσης», οι επιστήμονες κατάφεραν να ποσοτικοποιήσουν τη διαφορά μεταξύ της αναμενόμενης και της πραγματικής ηλικίας ενός ατόμου, δείχνοντας αν αυτός γερνά πιο αργά και υγιεινά ή βιώνει πρόωρη γήρανση. Οι υπολογισμοί βασίστηκαν σε μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία έλαβαν υπόψη ποικίλα χαρακτηριστικά, όπως η σωματική κατάσταση (υπέρταση, διαβήτης, προβλήματα ύπνου, απώλεια αισθήσεων) και οι παράγοντες προστασίας (εκπαίδευση, γνωστικές ικανότητες, λειτουργική ικανότητα, σωματική δραστηριότητα).
Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά: άτομα από χώρες όπου η γνώση μίας επιπλέον γλώσσας είναι συχνή, είχαν 2,17 φορές λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν πρόωρη γήρανση. Αντιθέτως, οι μονόγλωσσοι ήταν διπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάσουν σημάδια πρώιμης γήρανσης. “Η προστατευτική επίδραση ήταν αθροιστική”, δήλωσε η Δρ. Λουσία Αμορούσο, συν-συγγραφέας της μελέτης. “Όσο περισσότερες γλώσσες μιλούσαν οι άνθρωποι, τόσο μεγαλύτερη ήταν η προστασία τους από τη φθορά που σχετίζεται με τη γήρανση.”
Ο Δρ. Χερνάν Ερνάντεζ, επίσης συν-συγγραφέας, τόνισε τις κοινωνικές προεκτάσεις: “Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι η πολυγλωσσία είναι ένα προσιτό και χαμηλού κόστους εργαλείο για την προώθηση της υγιούς γήρανσης, συμπληρώνοντας άλλους τροποποιήσιμους παράγοντες όπως η δημιουργικότητα και η εκπαίδευση.”