Η συμπλήρωση 60 ημερών από την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν αποτελεί κομβικό σημείο για την αμερικανική πολιτική σκηνή. Το κεντρικό ερώτημα είναι αν το Κογκρέσο θα ασκήσει τα συνταγματικά του καθήκοντα, λαμβάνοντας θέση υπέρ ή κατά της σύρραξης, ή αν θα επιλέξει τη σιωπή. Σύμφωνα με τον Νόμο περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Act) του 1973, ο πρόεδρος οφείλει να διακόψει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις μετά την πάροδο 60 ημερών, εκτός εάν λάβει σχετική εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο.
Η προθεσμία λήγει την 1η Μαΐου, ακριβώς 60 ημέρες μετά την επίσημη ενημέρωση που παρείχε ο πρόεδρος Donald Trump για τις επιθέσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου. Παρά τη σαφή πρόβλεψη του νόμου, ειδικοί όπως ο David Janovsky από το Project on Government Oversight (POGO) επισημαίνουν ότι οι Αμερικανοί πρόεδροι συστηματικά παρακάμπτουν αυτό το όριο, ενώ το Κογκρέσο δείχνει ιστορικά απρόθυμο να αντιδράσει.
Στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, η στάση παραμένει διχασμένη. Ενώ ορισμένοι γερουσιαστές, όπως η Lisa Murkowski, εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας εξουσιοδότησης χρήσης στρατιωτικής βίας (AUMF), η ηγεσία του κόμματος στο Κογκρέσο αποφεύγει να θέσει το ζήτημα σε ψηφοφορία, φοβούμενη το πολιτικό κόστος ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Οι επιπτώσεις του πολέμου έχουν προκαλέσει ανησυχία ακόμη και σε υποστηρικτές του κινήματος MAGA, καθώς το οικονομικό και πολιτικό τίμημα της σύγκρουσης θεωρείται πλέον δυσβάσταχτο.
Καθώς οι νομικές διαστάσεις περιπλέκονται και η στρατιωτική εμπλοκή κλιμακώνεται με περισσότερους από 3.300 νεκρούς στο Ιράν, η απουσία επίσημης δράσης από το Κογκρέσο ενδέχεται να οδηγήσει σε μια κατάσταση παρατεταμένης αβεβαιότητας, όπου ο πόλεμος θα συνεχίζεται χωρίς ξεκάθαρη νομική βάση. Όπως σημειώνει ο Janovsky, η κατάσταση αυτή είναι αδύνατο να χαρακτηριστεί ως περιορισμένη στρατιωτική δράση· πρόκειται για έναν πόλεμο που δοκιμάζει τα όρια της αμερικανικής δημοκρατίας.