Η Διώρυγα του Παναμά αναδεικνύεται στο νέο επίκεντρο μιας έντονης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, με τις ΗΠΑ και την Κίνα να ανταλλάσσουν βαριές κατηγορίες σχετικά με τον έλεγχο μιας από τις σημαντικότερες ναυτιλιακές αρτηρίες στον κόσμο. Η πρόσφατη «διώρυγα του Παναμά» ως θέμα αντιπαράθεσης ήρθε στο προσκήνιο μετά από καταγγελίες της Ουάσιγκτον και συμμάχων της ότι το Πεκίνο προχωρά σε κρατήσεις πλοίων με σημαία Παναμά, γεγονός που χαρακτηρίστηκε ως προσπάθεια πολιτικοποίησης του θαλάσσιου εμπορίου.
Από την πλευρά της, η Κίνα απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς, κάνοντας λόγο για «υποκριτική στάση» των ΗΠΑ, ενώ ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών, Lin Jian, κατηγόρησε την αμερικανική πλευρά ότι εκείνη επιδιώκει να ελέγξει τη διώρυγα για δικά της συμφέροντα. Η κατάσταση κλιμακώθηκε περαιτέρω μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Παναμά τον Ιανουάριο να ακυρώσει τη σύμβαση εταιρείας με έδρα το Χονγκ Κονγκ για τη διαχείριση των λιμανιών Balboa και Cristobal, μια κίνηση που φέρεται να έγινε υπό την πίεση των ΗΠΑ.
Ο Ferdinand Rauch, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του St Gallen στην Ελβετία, προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε διατάραξη της λειτουργίας της διώρυγας θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικά πλήγματα στο παγκόσμιο εμπόριο, προκαλώντας ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, αστάθεια στις χρηματιστηριακές αγορές και πληθωριστικές πιέσεις. Η ένταση αυτή έρχεται να προστεθεί στην ήδη έκρυθμη κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, όπου η ναυσιπλοΐα έχει επηρεαστεί δραματικά μετά την έναρξη των αμερικανο-ισραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου 2026.
Ενώ αναλυτές όπως ο James Kraska από το US Naval War College εκφράζουν την ελπίδα ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν ανοιχτά μέσω διπλωματικών συμφωνιών, η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα προετοιμάζεται για μια νέα πραγματικότητα γεωπολιτικής αστάθειας. Η τάση των μεγάλων δυνάμεων να αμφισβητούν τον έλεγχο των διεθνών υδάτων εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον του δικαίου της θάλασσας και την ασφάλεια των παγκόσμιων μεταφορών.