Η κυβέρνηση του Σουδάν στρέφει τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας στην Αιθιοπία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), καταγγέλλοντάς τα ως υπαίτια για μια σειρά πρόσφατων επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), μεταξύ των οποίων και αυτή στο αεροδρόμιο του Χαρτούμ. Ο στρατιωτικός εκπρόσωπος, ταξίαρχος Asim Awad Abdelwahab, ανακοίνωσε σε συνέντευξη τύπου την Τρίτη ότι το Σουδάν διαθέτει αδιάσειστα στοιχεία για τέσσερις επιθέσεις που σημειώθηκαν από την 1η Μαρτίου, οι οποίες φέρεται να εκτοξεύτηκαν από το αεροδρόμιο Bahir Dar της γειτονικής Αιθιοπίας, με drones που παρείχαν τα ΗΑΕ.

Το Σουδάν προχώρησε ήδη στην ανάκληση του πρεσβευτή του από την Αιθιοπία, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Mohieddin Salem, τόνισε ότι αν και η χώρα του δεν επιδιώκει την κλιμάκωση, είναι έτοιμη για μια «ανοιχτή αντιπαράθεση» εάν καταστεί αναγκαίο. Η κατάσταση κλιμακώθηκε μετά το πλήγμα της Δευτέρας στο αεροδρόμιο του Χαρτούμ, μια υποδομή που μόλις είχε αρχίσει να ανακάμπτει μετά την υποδοχή της πρώτης διεθνούς πτήσης της μετά από τρία χρόνια. Αντίστοιχες επιθέσεις έχουν καταγραφεί σε πολιτικά οχήματα στο Omdurman, όπου έχασαν τη ζωή τους πέντε πολίτες, καθώς και σε στρατιωτικούς στόχους στην πολιτεία Gezira.
Από την πλευρά της, η Αιθιοπία απέρριψε τις κατηγορίες μέσω του υπουργείου Εξωτερικών, χαρακτηρίζοντάς τις αβάσιμες και υποστηρίζοντας ότι το Σουδάν αποτελεί κέντρο συγκέντρωσης αντι-αιθιοπικών δυνάμεων. Οι γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών, που χρονολογούνται από τις διαφορές για τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις στο al-Fashaga και το ζήτημα του φράγματος Grand Ethiopian Renaissance Dam (GERD), περιπλέκονται περαιτέρω από την εμπλοκή των ΗΑΕ. Ενώ το Άμπου Ντάμπι αρνείται τις καταγγελίες περί υποστήριξης των παραστρατιωτικών δυνάμεων Rapid Support Forces (RSF), διεθνείς οργανισμοί και αναλυτές παρακολουθούν με ανησυχία την πιθανή επέκταση της επιρροής των ΗΑΕ στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας, με επίκεντρο τον ορυκτό πλούτο του Σουδάν.