Η κυριαρχία του Λιβάνου αποτελεί το κεντρικό ζήτημα στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις που διεξάγονται στην Ουάσιγκτον. Μετά από τρεις δεκαετίες, οι Λιβανέζοι ηγέτες επιδιώκουν την αποκατάσταση της κρατικής υπόστασης υπό όρους που φαντάζουν ανέφικτοι. Η πρόσφατη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, που υπογράφηκε στις 16 Απριλίου 2026, επιβάλλει στον Λίβανο να αποδείξει έμπρακτα την ικανότητά του να ασκεί κυριαρχία, ενώ ταυτόχρονα το Ισραήλ διατηρεί το δικαίωμα στρατιωτικής παρέμβασης στο λιβανέζικο έδαφος ανά πάσα στιγμή.
Σύμφωνα με τον Sami Halabi, διευθυντή πολιτικής στο Badil | The Alternative Policy Institute, η τρέχουσα προσέγγιση της Ουάσιγκτον παραγνωρίζει τη σύνθετη πραγματικότητα. Η πίεση προς τη Βηρυτό για τον αφοπλισμό της Hezbollah, την ώρα που το Ισραήλ διατηρεί ανοιχτό το πεδίο για στρατιωτικές επιχειρήσεις, δεν οδηγεί σε σταθερότητα. Η ιστορία, με αποκορύφωμα την ισραηλινή εισβολή του 1982, έχει αποδείξει ότι η χρήση ωμής βίας και η κατοχή εδαφών δεν εξαλείφουν τις ένοπλες οργανώσεις, αλλά συχνά δημιουργούν το πρόσφορο έδαφος για την αναγέννηση και τη νομιμοποίησή τους.
Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Nawaf Salam και του προέδρου Joseph Aoun βρίσκεται σε εξαιρετικά δύσκολη θέση. Παρά τις προσπάθειες για την ενίσχυση του Λιβανέζικου Στρατού (LAF) και την απομάκρυνση των μελών της δύναμης IRGC, το κράτος στερείται πραγματικών μοχλών πίεσης. Για να υπάρξει ένας βιώσιμος συμβιβασμός, απαιτείται μια προοδευτική διαδικασία που θα περιλαμβάνει τον πλήρη τερματισμό των επιθέσεων, ένα σαφές χρονοδιάγραμμα αποχώρησης των ισραηλινών δυνάμεων και μια εθνική στρατηγική άμυνας. Χωρίς την παροχή εναλλακτικών λύσεων για την κοινωνική προστασία και την ασφάλεια των πολιτών, ο αφοπλισμός της Hezbollah κινδυνεύει να μετατρέψει το κενό εξουσίας σε νέο κύκλο εσωτερικών συγκρούσεων. Η επιβολή μιας λύσης που βασίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ του Ισραήλ ενδέχεται να οδηγήσει σε μια διαχείριση της κατάρρευσης, αντί για την ουσιαστική ανοικοδόμηση της λιβανέζικης κυριαρχίας.