Η Ιταλία προχώρησε στην έκδοση ενός Κινέζου υπηκόου στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο οποίος κατηγορείται για τη διεξαγωγή κυβερνοεπιθέσεων με σκοπό την υποκλοπή ερευνών για τα εμβόλια κατά την κορύφωση της πανδημίας COVID-19. Η έκδοση για την υπόθεση της κυβερνοκατασκοπεία επιβεβαιώθηκε από τις ιταλικές αρχές τη Δευτέρα 28 Απριλίου 2026.
Οι ιταλικές αρχές παρέδωσαν τον 34χρονο Xu Zewei στις αμερικανικές αρχές, μετά τη σύλληψή του στο Μιλάνο τον περασμένο Ιούλιο. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ιταλικής Εθνικής Αστυνομίας, ο ύποπτος φέρεται να διέπραξε κυβερνοεπιθέσεις εναντίον πανεπιστημίων και άλλων ιδρυμάτων που διεξήγαγαν έρευνες σχετικές με την COVID-19.
Όπως επισημαίνεται, ο Xu Zewei και οι συνεργοί του εκμεταλλεύτηκαν κενά ασφαλείας σε λογισμικό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για να στοχεύσουν χιλιάδες υπολογιστές, στο πλαίσιο μιας εκστρατείας κυβερνοκατασκοπείας κρατικά υποστηριζόμενης από την Κίνα, γνωστής ως Hafnium. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος δρούσε υπό την καθοδήγηση του Υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας της Κίνας, ενώ εργαζόταν για την εταιρεία Shanghai Powerock Network. Οι στόχοι περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, πανεπιστήμιο στο νότιο Texas και δικηγορική εταιρεία με γραφεία στην Washington, DC, και σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Ο Xu εμφανίστηκε τη Δευτέρα στο Περιφερειακό Δικαστήριο των ΗΠΑ στο Houston του Texas, όπου αντιμετωπίζει εννέα ποινικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων απάτη μέσω διαδικτύου και συνωμοσία για απόκτηση πληροφοριών μέσω μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης. Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας για την Εθνική Ασφάλεια, John A. Eisenberg, δήλωσε ότι οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες να καταδιώξουν όσους κλέβουν πληροφορίες από αμερικανικές επιχειρήσεις και πανεπιστήμια, απειλώντας την κυβερνοασφάλεια της χώρας.
Από την πλευρά της, η κινεζική πρεσβεία στην Washington, DC, δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχολιασμό, ενώ το Πεκίνο έχει επανειλημμένα διαψεύσει τις κατηγορίες για συμμετοχή σε κυβερνοεπιθέσεις, χαρακτηρίζοντάς τις αβάσιμες. Σε περίπτωση καταδίκης, ο Xu Zewei αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης έως και 20 ετών για κάθε μία από τις σοβαρότερες κατηγορίες.